Ένα κουπόνι
Τον Μάιο του 1986 το NME, η εβδομαδιαία μουσική εφημερίδα που διάβαζε όποιος στη Βρετανία ασχολούνταν με κιθάρες, τύπωσε ένα κουπόνι. Το έκοβες, έβαζες σε έναν φάκελο μια επιταγή 2,95 λιρών, και σε λίγες εβδομάδες σου ερχόταν με το ταχυδρομείο μια κασέτα. Δεν την έβρισκες στα μαγαζιά, ούτε κολλημένη πάνω στην εφημερίδα. Μόνο έτσι. Στην ετικέτα έγραφε C86: C από το cassette, 86 από τη χρονιά.
Το NME το είχε ξανακάνει, πέντε χρόνια πριν. Η κασέτα εκείνη λεγόταν C81, είχε 25 τραγούδια, από τους Specials μέχρι τους Orange Juice και τους Josef K της Postcard, και είχε πουλήσει πάνω από 25.000 αντίτυπα. Η C86 ήταν η συνέχεια. Είκοσι δύο τραγούδια, είκοσι δύο μπάντες, όλες από μικρές ανεξάρτητες δισκογραφικές, και σχεδόν καμία που να την είχε ακούσει κάποιος έξω από τον κύκλο των φανατικών. Σήμερα την περιγράφουν ως την κασέτα που «γέννησε το indie». Τότε ήταν απλώς μια κασέτα.
Τρεις δημοσιογράφοι
Τη διάλεξαν τρεις άνθρωποι του NME: ο Roy Carr, ο Neil Taylor και ο Adrian Thrills. Ο Carr το περιέγραψε όσο πιο απλά γίνεται: «Τα συγκροτήματα, που τα διαλέξαμε εγώ και δύο άλλοι συντάκτες, ο Neil Taylor και ο Adrian Thrills, ήταν αυτά που ξεπρόβαλλαν εκείνη την εποχή και που έτυχε να μας αρέσουν» ("The groups, chosen by me and two other writers, Neil Taylor and Adrian Thrills, were the ones that were coming through at the time that we happened to like."). Το NME πλήρωσε περίπου διακόσιες λίρες για κάθε τραγούδι, και οι μπάντες κράτησαν τα δικαιώματα.
Είχε σημασία και το πού γινόταν αυτό. Μέσα στο NME εκείνα τα χρόνια είχε ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στους συντάκτες που ήθελαν hip hop και soul στο εξώφυλλο και σε αυτούς που ήθελαν κιθάρες. Η C86 ήταν η απάντηση των δεύτερων. «Στα μέσα των 80s, μερικοί από εμάς στην εφημερίδα αρχίσαμε να ακούμε και να βλέπουμε ένα σωρό μπάντες να έρχονται με έναν ήχο διαφορετικό από αυτόν που κυριαρχούσε στην ανεξάρτητη σκηνή το πρώτο μισό της δεκαετίας» ("During the mid 80s, a few of us at the paper were starting to hear and see a load of bands coming through with a different sound to that which had dominated the independent scene for much of the earlier part of the decade."), έγραψε ο Carr. Κιθάρες που κουδουνίζουν, τραγούδια δύο λεπτών, φωνές που δεν προσπαθούν να είναι σταρ. Ο John Peel, ο παρουσιαστής του Radio 1 που έπαιζε όλες αυτές τις μπάντες πριν από οποιονδήποτε άλλο, είχε βρει μια λέξη για αυτόν τον ήχο: «shambling», κάτι σαν «παραπατώντας», για μπάντες που έπαιζαν επίτηδες σαν να μην ξέρουν να παίζουν.
Το άλλο μισό
Αυτό όμως είναι το μισό της κασέτας. Το άλλο μισό δεν έχει καμία σχέση με κιθάρες που κουδουνίζουν. Λίγο πριν από τους Pastels και το «Breaking Lines», ένα από τα πιο απαλά τραγούδια της κασέτας, έρχονται οι Stump, οι Bogshed και οι A Witness, και πιο κάτω οι Big Flame: μπάντες από μικρές δισκογραφικές όπως η Ron Johnson, που έπαιζαν γρήγορα και νευρικά, με κιθάρες που τρίζουν και ρυθμούς που αλλάζουν συνέχεια. Αμέσως μετά τους Pastels, οι Age of Chance από το Leeds παίζουν κιθάρες πάνω σε ηλεκτρονικά, μηχανικά τύμπανα.
Η κασέτα ανοίγει με τους Primal Scream και το «Velocity Girl», ένα τραγούδι που δεν κρατάει ούτε ενάμισι λεπτό και έχει τη δική του ιστορία στο Elephant Stone. Κλείνει με τους Wedding Present από το Leeds και το «This Boy Can Wait», τέσσερα λεπτά κιθάρας που τρέχει σαν να την κυνηγάνε. Ανάμεσά τους οι Soup Dragons, οι Bodines, οι Close Lobsters, οι Mighty Lemon Drops, οι Half Man Half Biscuit, οι McCarthy, οι Wolfhounds. Είκοσι δύο μπάντες, από τη Γλασκώβη ως το Μπέρμιγχαμ, που δεν είχαν τίποτα κοινό εκτός από το ότι ήταν μικρές.
Splash One
Έξι από τις είκοσι δύο ήταν από τη Σκωτία, και σχεδόν όλες περνούσαν από το ίδιο μέρος. Στη Γλασκώβη, τον Μάιο του 1985, ο Bobby Gillespie των Primal Scream και έξι φίλοι του είχαν ανοίξει ένα κλαμπ, το Splash One, στη West George Street. Δεν είχε DJ, είχε κασέτες που έφτιαχναν οι ίδιοι. Σε έναν χρόνο έκανε δεκαέξι βραδιές. Εκεί έπαιξαν οι Pastels, οι Shop Assistants από το Εδιμβούργο, οι BMX Bandits, οι ίδιοι οι Primal Scream, και οι Soup Dragons από το Bellshill, που έδωσαν την πρώτη συναυλία της ζωής τους. Ο Sean Dickson, ο τραγουδιστής τους, θυμάται ότι έδωσε μια κασέτα με τραγούδια και ότι αμέσως τους πρότειναν συναυλία στο Splash One: «Δεν είχαμε παίξει ποτέ» ("We had never played.").
Η ρίζα όλων αυτών ήταν η Postcard, πέντε χρόνια πριν. Ο Stephen McRobbie των Pastels, που στη Γλασκώβη τον ξέρουν απλώς ως Stephen Pastel, το είπε με λίγη πίκρα: «Η Postcard υπήρξε για πολύ λίγο, και αυτές οι μπάντες, οι Orange Juice, οι Jesus and Mary Chain και οι Primal Scream, όλες κατέβηκαν νότια» ("Postcard Records was only in existence for a very brief time, and those bands like Orange Juice, The Jesus and Mary Chain and Primal Scream all moved down south."). Οι Pastels έμειναν.
Μια εβδομάδα στο Λονδίνο
Τον Ιούλιο του 1986 το NME νοίκιασε το ICA, το Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης του Λονδίνου, για μια εβδομάδα συναυλιών με τις μπάντες της κασέτας. Τον Νοέμβριο η Rough Trade, από τις μεγαλύτερες ανεξάρτητες δισκογραφικές της χώρας, έβγαλε την κασέτα σε βινύλιο, με αριθμό καταλόγου 100, τον εκατοστό δίσκο της. Για μπάντες που έπαιζαν στους πάνω ορόφους των παμπ, όλο αυτό ήταν άλλος κόσμος. «Η κασέτα ήταν το κλειδί για να ξεκινήσει όλο αυτό το πράγμα, το C86. Έκανε αυτό που ήταν υπόγειο να γίνει ξαφνικά υπέργειο» ("The tape was the key to the whole C86 thing taking off...it made what was underground suddenly over-ground."), λέει ο Dickson.
Ο David Gedge των Wedding Present θυμάται πώς έμαθε ότι ήταν μέσα: «Απλώς μας τηλεφώνησαν. Το σήκωσε ο ντράμερ μας, ήταν το NME» ("They just called us. It was our drummer; he got a phone call from the NME..."). Και περιγράφει τι ακολούθησε: «Όταν σε βάζουν μέσα, στην αρχή είναι υπέροχο. Σου προσφέρουν συναυλίες, σου γράφουν κριτικές» ("Once you're included in it, it's great at first. You get offers of concerts, you get reviews...").
Το βαρίδι
Κάπου εκεί, χωρίς κανείς να το αποφασίσει, το C86 έπαψε να είναι κασέτα και έγινε λέξη. Λέξη για έναν ήχο: κιθάρες που κουδουνίζουν, αγορίστικες φωνές, κορίτσια με αδιάβροχα anorak, γλυκά τραγούδια για πρώτους έρωτες. Λέξη που, όταν την έλεγαν για σένα, συνήθως δεν ήταν κομπλιμέντο. Οι μπάντες της κασέτας το κατάλαβαν γρήγορα.
Ο Gedge συνεχίζει: «Αλλά μετά σε ταμπελώνουν, α, είσαι από εκείνες τις C86 μπάντες… μετά από λίγο μπορεί να γίνει βαρίδι» ("But then you get tagged, oh you're one of those C86 bands...it can be a bit of a millstone after a while."). Και εξηγεί γιατί η λέξη δεν έλεγε τίποτα: «Ήταν σαν μια σκηνή που δεν ήταν σκηνή. Οι περισσότερες σκηνές έχουν έναν κοινό ήχο, ή έναν τόπο, ή έναν κοινό σκοπό, αλλά αυτό δεν είχε τίποτα από αυτά» ("It was like a scene that wasn't a scene, in a way. I mean most scenes have a unifying sound or geographic location maybe, or a common purpose, but this really wasn't."). Ο Stephen Pastel λέει ότι «αυτή η ταμπέλα του C86 είναι κάτι που πάντα ένιωθα να με βαραίνει» ("that C86 tag is something I always felt weighed down by"). Ο David Callahan των Wolfhounds, που ήταν από τις πιο σκληρές και θορυβώδεις μπάντες της κασέτας, παραπονιέται ακόμα: «Πέντε albums μετά, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πιστεύουν ότι είμαστε μια χαριτωμένη, ελαφριά ποπ μπάντα με κιθάρες που κουδουνίζουν, που ποτέ δεν ήμασταν» ("Five albums after that, there are still people who think we're still some twee, jingle-jangle pop band, which we never were really.").
Ακόμα και μέσα στο ίδιο το NME υπήρχε κάποιος που την έβρισκε αποτυχία. Ο Everett True, που τότε έγραφε με το ψευδώνυμο The Legend!, την είπε «μη αντιπροσωπευτική της εποχής της, σε αντίθεση με την εξαιρετική C81» ("unrepresentative of its times (as opposed to the brilliant C81 comp)"). Και ένας άλλος κριτικός, ο Alastair Fitchett, έγραψε ότι το NME με την κασέτα αυτή «έθεσε τα θεμέλια για τις ερημιές αυτού που μάθαμε να λέμε με τον απαίσιο όρο “indie”» ("laid the foundations for the desolate wastelands of what we came to know by that vile term 'Indie'.").
Η αρχή
Το περίεργο είναι ότι όλοι, και αυτοί που την αγάπησαν και αυτοί που τη σιχάθηκαν, συμφωνούν στο ίδιο: ότι από εκεί ξεκινάει κάτι. Ως τότε, «indie» σήμαινε απλώς ότι ο δίσκος βγήκε από ανεξάρτητη δισκογραφική· ήταν όρος διανομής. Μετά τη C86 έγινε ήχος, ντύσιμο, τρόπος ζωής. Ο Bob Stanley, μουσικός των Saint Etienne και ιστορικός της ποπ, που το 2006 έφτιαξε μια διπλή συλλογή για τα είκοσι χρόνια, το έγραψε καθαρά, μιλώντας και για τα fanzines, τα φωτοτυπημένα περιοδικά που έφτιαχναν οι ίδιοι οι fans: «Ήταν η αρχή της indie μουσικής. Είναι δύσκολο να θυμηθείς πόσο υπόγεια ήταν η κιθαριστική μουσική και τα fanzines στα μέσα των 80s. Η λογική του “κάν' το μόνος σου” και ό,τι είχε απομείνει από το punk ήταν σε απομονωμένες γωνιές της χώρας, και η συλλογή C86 και οι συναυλίες τα έφεραν μαζί» ("It was the beginning of indie music. It's hard to remember how underground guitar music and fanzines were in the mid-'80s. DIY ethics and any residual punk attitudes were in isolated pockets around the country, and the C86 comp and gigs brought them together").
Έφερε μαζί και κάτι άλλο, που το λένε λιγότερο. Ο Martin Whitehead, που είχε τη δισκογραφική Subway, το έθεσε έτσι: «Πριν τη C86, οι γυναίκες σε μια μπάντα μπορούσαν να είναι μόνο διακόσμηση. Νομίζω ότι η C86 το άλλαξε, υπήρχαν γυναίκες που οργάνωναν συναυλίες, έγραφαν fanzines και έτρεχαν δισκογραφικές» ("Before C86, women could only be eye-candy in a band; I think C86 changed that – there were women promoting gigs, writing fanzines and running labels.").
Η κασέτα ξαναβγήκε το 2014 σε τριπλό CD, με 72 τραγούδια, και το 2022 ένας δημοσιογράφος, ο Nige Tassell, εντόπισε μέλη και από τις 22 μπάντες και μίλησε μαζί τους για ένα βιβλίο με τίτλο Whatever Happened to the C86 Kids?. Οι περισσότεροι δεν έγιναν διάσημοι. Οι Primal Scream και οι Soup Dragons έφτασαν στα charts, αλλά χρόνια αργότερα και με άλλον ήχο. Οι Wedding Present παίζουν ακόμα. Οι Pastels παίζουν ακόμα, στη Γλασκώβη.