Ένα συρτάρι με κάλτσες
Η Postcard Records δεν είχε γραφείο. Είχε ένα συρτάρι, αυτό με τις κάλτσες, σε ένα διαμέρισμα στη West Princes Street της Γλασκώβης. Το διαμέρισμα ήταν του Alan Horne, ενός παιδιού γύρω στα είκοσι που δεν ήταν μουσικός, ήταν fan. Λάτρευε τον Andy Warhol και τη Motown, και ήθελε, όπως είπε αργότερα ο Edwyn Collins, «να είναι κάτι ανάμεσα στον Berry Gordy και στον Andy Warhol» ("Alan Horne wanted to be a cross between Berry Gordy and Andy Warhol."), δηλαδή ανάμεσα στον άνθρωπο που έφτιαξε τη Motown και στον καλλιτέχνη που είχε στη Νέα Υόρκη τη Factory, το στούντιο που ήταν και στέκι.
Ο Collins ήταν ο λόγος που υπήρχε το συρτάρι. Το 1979 είχε μια μπάντα, τους Orange Juice, με έναν ήχο που δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα ακούγονταν τότε στη Γλασκώβη. Καμιά δισκογραφική δεν ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, κι ο Horne αποφάσισε ότι θα τους βγάλει δίσκο μόνος του. Μέσα σε λίγους μήνες η Postcard έγινε από τις πρώτες σκωτσέζικες ανεξάρτητες δισκογραφικές που τις ήξεραν έξω από τη Σκωτία, και το σημείο απ' όπου, όπως λένε σήμερα πολλοί, ξεκινάει αυτό που λέμε indie. Δεν κράτησε ούτε δύο χρόνια.
Πορτοκαλάδα
Οι Orange Juice ξεκίνησαν σαν punk μπάντα, με άλλο όνομα, όταν ο Collins ήταν δεκάξι. Το 1979 άλλαξαν και όνομα και ύφος. Το όνομα το εξήγησε ο ίδιος απλά: «Κανείς μας δεν έπινε αλκοόλ τότε. Το Orange Juice φάνηκε ιδανικό, γιατί αυτό πίναμε στις πρόβες» ("None of us drank alcohol at the time. Orange Juice seemed perfect because that's what we drank at rehearsals."). Σε μια πόλη όπου οι punk μπάντες διάλεγαν ονόματα για να σοκάρουν, μια μπάντα που λεγόταν «πορτοκαλάδα» ήταν από μόνη της δήλωση.
Το ύφος ήταν ακόμα πιο περίεργο. Ο ντράμερ, ο Steven Daly, το περιέγραψε ως συνδυασμό δύο πραγμάτων: οι κιθάρες των Velvet Underground από τις ζωντανές ηχογραφήσεις τους του 1969 και το κοφτό, ρυθμικό παίξιμο των Chic, της μεγάλης disco μπάντας της Νέας Υόρκης ("Similarities between the guitar on The Velvet Underground's Live '69 album and the rhythmic chopping of Chic proved equally influential."). Κιθάρες που κουδουνίζουν, μπάσο που χορεύει, και πάνω από όλα η φωνή του Collins, βαθιά και λίγο τρεμάμενη, να τραγουδάει για έρωτες και αμηχανίες, όχι για οργή. Στα τέλη των 70s, όταν όλοι γύρω τους έπαιζαν σκοτεινά και σοβαρά, οι Orange Juice ήταν φωτεινοί και αστείοι, και αυτό έκανε κάποιους να τους πάρουν στα σοβαρά.
Τετρακόσιες λίρες
Ο πρώτος δίσκος λεγόταν «Falling and Laughing». Ηχογραφήθηκε τον Δεκέμβριο του 1979 και βγήκε τον Φεβρουάριο του 1980, με αριθμό καταλόγου 80-1: 80 για τη χρονιά, 1 για την πρώτη κυκλοφορία. Τα λεφτά, περίπου τετρακόσιες λίρες, τα έβαλαν ο Horne, ο Collins και ο μπασίστας David McClymont, για χίλια αντίτυπα. Τα εξώφυλλα διπλώνονταν με το χέρι στο διαμέρισμα, και μέσα στα πρώτα υπήρχε και ένα flexi, ένα λεπτό πλαστικό δισκάκι που παίζει στο πικάπ, με ένα ζωντανό τραγούδι, και μια καρτ ποστάλ. Μετά τα πήγαν μόνοι τους στα δισκάδικα, με το αυτοκίνητο.
Το λογότυπο ήταν ένα γατάκι που χτυπάει ένα τύμπανο, από ένα βικτωριανό σχέδιο του Louis Wain. Το σλόγκαν ήταν «The Sound of Young Scotland» (ο ήχος της νέας γενιάς της Σκωτίας), μια παρωδία του σλόγκαν της Motown, «The Sound of Young America». Και τα εξώφυλλα είχαν ταρτάν και σκωτσέζικες καρτ ποστάλ, σαν να έφτιαχνε κάποιος σουβενίρ για τουρίστες. Όλο το πακέτο έμοιαζε με πλάκα, αλλά πίσω από την πλάκα ο Horne πίστευε κάτι πολύ σοβαρά: ότι μια πόλη μακριά από το Λονδίνο μπορεί να έχει τη δική της Motown.
Τα κέρδη από τον πρώτο δίσκο, όπως το θυμούνται οι ίδιοι, πήγαν σε fish and chips και σε παγωτά.
«A nice bore»
Για να ακουστεί ο δίσκος έξω από τη Γλασκώβη, ο Horne και ο Collins πήγαν στο Λονδίνο και έστησαν καρτέρι έξω από το BBC στον John Peel, τον παρουσιαστή του Radio 1 που έπαιζε ό,τι καινούριο δεν έπαιζε κανείς άλλος. Οι εκδοχές για το τι ακριβώς του είπε ο Horne διαφέρουν, αλλά σε όλες υπάρχει η ίδια φράση: όλες αυτές οι μπάντες από το Μάντσεστερ και το Λίβερπουλ που παίζεις, του είπε, είναι «μια συμπαθητική βαρεμάρα» ("it's all a nice bore"). Ο Peel, που δεν συνήθιζε να του μιλάνε έτσι, τον θυμόταν χρόνια μετά ως «έναν απαίσιο, αγριεμένο νεαρό» ("a horrible truculent youth").
Ο Peel όμως τον δίσκο τον κράτησε. Στις 21 Φεβρουαρίου 1980 είπε στον αέρα: «Τη Δευτέρα το βράδυ γνώρισα δύο ανθρώπους από μια μπάντα που λέγεται Orange Juice, μου έφεραν ένα αντίτυπο του single τους, το έπαιξα και είπα ότι θα το παίξω στην εκπομπή της Τετάρτης, κάτι που δεν έκανα» ("On Monday night I met a couple of people from a band called Orange Juice who brought me a copy of their single and I played it and said I would play it on Wednesday's programme, which I failed to do."). Μέσα στον επόμενο ενάμιση χρόνο τους κάλεσε δύο φορές να ηχογραφήσουν ζωντανά για την εκπομπή του. Ο Robert Forster, ένας Αυστραλός μουσικός που θα τους γνώριζε από κοντά λίγο μετά, είπε το απλούστερο: «Ο δίσκος δεν ακουγόταν σαν indie single της εποχής, ειδικά σαν αυτά από το Λονδίνο, που ήταν πειθαρχημένα και σφιχτά» ("The record didn't sound like an indie single of the time, particularly those from London, which tended to be drilled and tight.").
Τέσσερις μπάντες
Ο Forster ήταν από τους Go-Betweens, μια μπάντα από το Brisbane της Αυστραλίας, που ήρθε στη Γλασκώβη την άνοιξη του 1980 για οκτώ εβδομάδες και έβγαλε ένα single στην Postcard, με τον Daly των Orange Juice στα τύμπανα. Από το Εδιμβούργο ήρθαν οι Josef K, που είχαν πάρει το όνομά τους από τον ήρωα της Δίκης του Kafka και έπαιζαν κάτι πιο νευρικό, με κιθάρες που σπάνε απότομα, με τον Paul Haig στη φωνή. Και από το East Kilbride, λίγο έξω από τη Γλασκώβη, ήρθε ένας δεκαεξάχρονος που έπαιζε ακουστική κιθάρα σαν να είχε γεννηθεί με αυτήν, ο Roddy Frame, με την μπάντα του, τους Aztec Camera.
Αυτές ήταν οι τέσσερις μπάντες της Postcard. Όλες μαζί έβγαλαν καμιά δεκαπενταριά δίσκους, όλοι singles εκτός από έναν, από τον Φεβρουάριο του 1980 ως το καλοκαίρι του 1981. Τον Απρίλιο του 1981 τρία Postcard singles βρίσκονταν την ίδια εβδομάδα στην πρώτη δεκάδα του chart των ανεξάρτητων δισκογραφικών. Στο κανονικό chart, το εθνικό, δεν μπήκε ποτέ κανένα. Ο Haig, χρόνια μετά, το περιέγραψε χωρίς καθόλου μύθο: «Ο κόσμος ρωτάει για την Postcard, αλλά στην πραγματικότητα ήταν αόρατη. Η Postcard ήταν ένα συρτάρι σε ένα ντουλάπι στο διαμέρισμα του Alan» ("People ask about Postcard, but really it was invisible...Postcard was just a drawer in a cupboard in Alan's flat.").
Το album που δεν βγήκε
Οι Josef K ηχογράφησαν το πρώτο τους album το φθινόπωρο του 1980. Θα ήταν η πρώτη κυκλοφορία της Postcard για το 1981. Το άκουσαν, το βρήκαν πολύ καθαρό, πολύ γυαλισμένο, και το απέσυραν. Ο Haig το είπε «επίπεδο και απολυμασμένο» ("flat and disinfected"). Πήγαν στις Βρυξέλλες, το ξαναηχογράφησαν σε δύο μέρες και το έβγαλαν το καλοκαίρι του 1981 ως The Only Fun in Town, το μοναδικό album που κυκλοφόρησε ποτέ η Postcard. Ο Paul Morley στο περιοδικό NME, που ως τότε τους στήριζε, έγραψε ότι «οι Josef K ευτέλισαν τον εαυτό τους και κορόιδεψαν τον κόσμο: όχι άσχημα για πρώτο LP» ("Josef K have cheapened themselves and cheated the world: not bad for a first LP."). Στις 23 Αυγούστου 1981 έδωσαν την τελευταία τους συναυλία.
Ο Haig δεν το χρέωσε στις κριτικές. «Η μπάντα ήταν μαζί πολύ καιρό, είχαμε πετύχει όλα όσα είχαμε βάλει στόχο και όλα είχαν κολλήσει» ("The band had been together too long, we'd achieved all we'd set out to do and everything was in a rut."), είπε. Και πρόσθεσε μια φράση που θα μπορούσε να είναι το μότο όλης της ιστορίας: «Οι καλές κριτικές δεν πληρώνουν το νοίκι» ("Critical acclaim doesn't pay the rent.").
Λιγότερο από δύο χρόνια
Το φθινόπωρο του 1981 οι Orange Juice υπέγραψαν στην Polydor, μια μεγάλη εταιρεία. Ο Collins το εξήγησε ωμά: «Αν θέλουμε singles στα charts, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διαφήμιση και πρέπει να έχουμε άνθρωπο που θα τα προωθεί στα ραδιόφωνα, για να ανταγωνιστούμε» ("If we want chart singles we have to use hyping and we have to use a plugger to compete."). Το album που είχαν ήδη ηχογραφήσει για την Postcard μπήκε σε ένα συρτάρι. Οι Aztec Camera πήγαν στη Rough Trade. Οι Josef K δεν υπήρχαν πια. Στα τέλη του 1981 η Postcard έκλεισε, λιγότερο από δύο χρόνια μετά τον πρώτο δίσκο.
Ο Horne ξαναδοκίμασε δύο φορές: με μια δισκογραφική μέσα στη London Records στα μέσα των 80s, που δεν προχώρησε, και με την ίδια την Postcard, που την ξανάνοιξε το 1992 για να βγάλει ό,τι είχε μείνει στα συρτάρια, ανάμεσά τους και εκείνο το χαμένο album των Orange Juice. Το 2014 βγήκε ένα βιβλίο για όλη την ιστορία, το Simply Thrilled του Simon Goddard, που ο συγγραφέας το χαρακτήρισε από την πρώτη σελίδα «παραμύθι, όχι ντοκιμαντέρ» ("A FAIRY TALE, NOT A DOCUMENTARY"). Το 2015 βγήκε ένα ντοκιμαντέρ, το Big Gold Dream. Ο Horne δεν συμμετείχε επίσημα σε κανένα από τα δύο. Η σκιά του όμως είναι παντού.
Το διαμέρισμα
Η Postcard άφησε πίσω της λίγους δίσκους και έναν τρόπο. Ότι μπορείς να φτιάξεις δισκογραφική από ένα συρτάρι. Ότι μια μπάντα μπορεί να λέγεται πορτοκαλάδα και να παίζει Velvet Underground με τον ρυθμό των Chic. Ότι η Γλασκώβη δεν χρειάζεται το Λονδίνο. Οι μπάντες που ήρθαν μετά στη Σκωτία το είπαν ανοιχτά: ο Norman Blake των Teenage Fanclub θυμάται ότι «οι πρώτοι ήταν μάλλον οι Orange Juice και όλη η σκηνή της Postcard. Το έζησα πολύ αυτό όταν ήμουν παιδί» ("The first ones were probably Orange Juice and the whole Postcard Records scene. I really got into that when I was a kid."). Ο Haig, από την άλλη πλευρά, το είπε με το δικό του χιούμορ: «Αν οι Josef K υπήρχαν σήμερα, θα ήμασταν μάλλον σαν τους Franz Ferdinand» ("If Josef K existed now, we'd probably be like Franz Ferdinand.").
Και υπάρχει ένα νήμα που φτάνει ως τη δική μας ιστορία. Ο Ken McCluskey, που τότε έπαιζε στους Bluebells, θυμάται το διαμέρισμα της West Princes Street σαν «ένα συναρπαστικό μέρος, με ανθρώπους να φτιάχνουν αφίσες και να διπλώνουν εξώφυλλα και να ακούνε Chic ή Stax συνέχεια» ("The Postcard flat was an exciting place to be, with people making posters and folding record sleeves and listening to Chic or Stax records on repeat."). Μια δεκαετία και κάτι αργότερα, ο ίδιος McCluskey ήταν ένας από τους ανθρώπους που έστησαν στο Stow College της Γλασκώβης μια μικρή δισκογραφική για φοιτητές, την Electric Honey. Εκείνη που το 1996 τύπωσε χίλια βινύλια ενός δίσκου που λεγόταν Tigermilk.
Χίλια αντίτυπα, όσα και το «Falling and Laughing».