Ξεκίνησαν σαν παρέα, όχι σαν συγκρότημα

Στο Blackwood, μια μικρή πόλη στην Ουαλία όπου δεν συνέβαινε ποτέ τίποτα, τέσσερα παιδιά από το ίδιο σχολείο αποφάσισαν ότι θα γίνουν κάτι άλλο. Ο James Dean Bradfield και ο Sean Moore ήταν ξαδέρφια — είχαν μεγαλώσει στο ίδιο σπίτι, στο ίδιο δωμάτιο, όταν οι γονείς του Moore χώρισαν. Ο Nicky Wire ήταν ο φίλος που έγραφε. Και υπήρχε ένας τέταρτος, λίγο πιο σιωπηλός, που στην αρχή απλώς οδηγούσε το βανάκι της μπάντας.

Το όνομα δεν το σκέφτηκαν πολύ. Ο Bradfield, δεκαέξι χρονών, έπαιζε κιθάρα στον δρόμο στο Κάρντιφ, δίπλα σε έναν άστεγο που τον χαιρετούσε κάθε μέρα με την ίδια φράση: «Να τος πάλι, ο μανιακός ιεροκήρυκας του δρόμου» ("Oh my God, it's the Manic Street Preacher again."). Ο Bradfield το κράτησε. Δεν βρήκε κάτι καλύτερο, και δεν χρειαζόταν.

Δεν ήταν παιδιά που ήθελαν απλώς να παίξουν μουσική. Ήθελαν να αποδείξουν κάτι: ότι μπορείς να είσαι από μια εργατική πόλη της Ουαλίας και να διαβάζεις ποίηση, να ακούς Clash και να πιστεύεις ότι έχεις κάτι να πεις που αξίζει να ακουστεί μέχρι το Λονδίνο. Ο πρώτος τους δίσκος, το Generation Terrorists του 1992, ήταν μια δήλωση υπερβολής: δεκαοχτώ τραγούδια, πάνω από εβδομήντα λεπτά, ένα λογοτεχνικό απόσπασμα για κάθε τραγούδι. Ήθελαν να πουλήσουν δεκαέξι εκατομμύρια αντίτυπα και μετά να διαλυθούν. Δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ο δεύτερος δίσκος τους, το Gold Against the Soul, ήταν αυτός που οι ίδιοι αργότερα αποκήρυξαν περισσότερο απ' όλους — μια προσπάθεια να χωρέσουν κάπου που δεν τους ταίριαζε.

Ο τέταρτος της παρέας, αυτός που οδηγούσε στην αρχή, λεγόταν Richey Edwards. Είχε σπουδάσει Πολιτική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Swansea, και μέσα σε λίγο καιρό είχε γίνει κάτι πολύ παραπάνω από οδηγός: έγραφε τους μισούς στίχους, σχεδίαζε τα εξώφυλλα, έφτιαχνε τα μπλουζάκια με τα στένσιλ που φορούσαν στις συνεντεύξεις. Κιθάρα, βέβαια, έπαιζε σπάνια στους δίσκους — δεν είχε ποτέ αυτόν τον ρόλο. Αν ο Bradfield ήταν η φωνή τους, ο Richey ήταν το μυαλό πίσω από πολλά απ' όσα έλεγε αυτή η φωνή. Μέχρι το 1994, θα έγραφε το πιο σκοτεινό πράγμα που έφτιαξε ποτέ η μπάντα.

Το πιο σκοτεινό τους σημείο

Το 1991, ένας δημοσιογράφος αμφισβήτησε δημόσια αν η μπάντα εννοούσε πραγματικά όσα έλεγε. Ο Richey απάντησε χαράζοντας τις λέξεις «4 REAL» στο μπράτσο του με ξυραφάκι, μπροστά στον δημοσιογράφο, και χρειάστηκε να κάνει δεκαοχτώ ράμματα. Δεν ήταν μια υπερβολή της στιγμής. Ήταν, όπως αποδείχτηκε αργότερα, ένα σημάδι από κάτι πολύ πιο βαθύ: πάλευε εδώ και καιρό με κατάθλιψη, αϋπνία, και ό,τι συνεπάγονται αυτά τα δύο — κάτι που η ίδια η μπάντα και οι κοντινοί του γνώριζαν, χωρίς να ξέρουν πάντα πώς να το αντιμετωπίσουν.

Αυτό το βάρος πέρασε ολόκληρο μέσα στο The Holy Bible, τον δίσκο του 1994. Θεωρείται μέχρι και σήμερα το πιο σκληρό, πιο ειλικρινές πράγμα που έγραψαν ποτέ, γιατί οι στίχοι του Richey εκεί δεν προσπαθούσαν να κρύψουν τίποτα. Μιλούσαν για διατροφικές διαταραχές, για πόλεμο, για καταναλωτισμό, με μια ακρίβεια που δεν διάβαζες συχνά σε rock δίσκο της εποχής. Λίγο πριν την κυκλοφορία, μπήκε σε κλινική για να φροντίσει τον εαυτό του. Βγήκε τον Σεπτέμβριο του 1994. Στις 21 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, η μπάντα έπαιξε στο Λονδίνο. Ήταν η τελευταία φορά που ο Richey ανέβηκε σε σκηνή.

Ένας άνθρωπος που πάλευε τόσο σκληρά μέσα του και κατάφερνε ακόμα να γράφει με τέτοια διαύγεια δεν μπορεί να θεωρηθεί αδύναμος. Αν κάτι αποδεικνύει το The Holy Bible, είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι κάποιος που έβλεπε τον κόσμο πιο καθαρά απ' όσο άντεχε.

Η μέρα που έφυγε

Την 1η Φεβρουαρίου του 1995, ο Richey έπρεπε να πετάξει με τον Bradfield για μια περιοδεία προβολής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τις δύο προηγούμενες εβδομάδες είχε αρχίσει να τραβάει καθημερινά μετρητά από τον λογαριασμό του, κάτι που κανείς δεν πρόσεξε τη στιγμή που συνέβαινε. Πριν φύγει από το ξενοδοχείο του στο Λονδίνο, άφησε πίσω ένα μικρό κουτί για μια πρώην κοπέλα του — μέσα βιντεοκασέτες, βιβλία, φωτογραφίες, και ένα σημείωμα που έγραφε απλώς «Σ' αγαπώ».

Στις 7 το πρωί, έφυγε από το ξενοδοχείο, αφήνοντας πίσω τα είδη υγιεινής του και τη βαλίτσα του, έτοιμη και άθικτη. Οδήγησε μέχρι το διαμέρισμά του στο Κάρντιφ, όπου άφησε το διαβατήριό του, τα φάρμακά του, και μια απόδειξη διοδίων από τη γέφυρα Severn. Από εκεί, χάθηκε κάθε ίχνος του.

Δεκαέξι μέρες αργότερα, στις 17 Φεβρουαρίου, βρέθηκε το αυτοκίνητό του σταθμευμένο κοντά στην ίδια γέφυρα, με την μπαταρία εντελώς άδεια, φωτογραφίες της οικογένειάς του που είχε τραβήξει λίγες μέρες πριν, και σημάδια ότι κάποιος είχε μείνει μέσα του για μέρες. Υπήρξαν αναφορές ανθρώπων που πίστευαν πως τον είδαν — σε ένα γραφείο διαβατηρίων στο Newport, σε έναν σταθμό λεωφορείων, από έναν οδηγό ταξί — όλες μέσα στις πρώτες δύο εβδομάδες. Καμία δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ οριστικά. Ούτε οι μεταγενέστερες αναφορές, από την Γκόα (Ινδία) μέχρι τα Κανάρια Νησιά.

Η οικογένειά του καθυστέρησε όσο μπορούσε να τον κηρύξει επίσημα νεκρό, παρόλο που είχε το δικαίωμα αυτό από το 2002. Το έκανε τελικά τον Νοέμβριο του 2008 — «θεωρούμενος νεκρός από την 1η Φεβρουαρίου 1995», έγραφε η δικαστική απόφαση. Όχι επειδή βρέθηκε κάποια απάντηση. Απλώς επειδή δεκατρία χρόνια χωρίς καμία απάντηση θεωρείται, νομικά τουλάχιστον, κάποιο είδος απάντησης.

Τι πραγματικά συνέβη εκείνη τη μέρα δεν το ξέρει κανείς μέχρι σήμερα. Ούτε εμείς θα προσπαθήσουμε να το μαντέψουμε εδώ.

Η απόφαση

Για έξι μήνες, οι Manic Street Preachers δεν υπήρχαν. Όσοι έμειναν είχαν μπροστά τους τρεις δρόμους: να διαλύσουν την μπάντα, να βρουν κάποιον να πάρει τη θέση του Richey, ή να συνεχίσουν οι τρεις τους. Κανείς δεν θα μπορούσε να τους κατηγορήσει, όποιον δρόμο κι αν διάλεγαν.

Την απόφαση δεν την πήραν μόνοι τους. Μίλησαν πρώτα με την οικογένεια του Richey, και η οικογένεια τους είπε να συνεχίσουν. Διάλεξαν τον τρίτο δρόμο. Κανείς δεν θα έπαιρνε τη θέση του Richey.

Στις 29 Δεκεμβρίου του 1995, σχεδόν έναν χρόνο μετά την εξαφάνιση, ανέβηκαν ξανά σε σκηνή. Ήταν στη Wembley Arena του Λονδίνου, ανοίγοντας για τους Stone Roses, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους που είχαν έρθει για κάποιον άλλον. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιζαν τρεις.

Στις περιοδείες που ακολούθησαν, η θέση του Richey στα δεξιά της σκηνής έμενε άδεια, και συχνά εκεί ήταν στημένο ένα μικρόφωνο που δεν το άγγιζε κανείς. Αυτό κράτησε για χρόνια. Δεν χρειάστηκε να το εξηγήσουν σε κανέναν.

Είχαν αποφασίσει να συνεχίσουν. Αυτό που δεν ήξεραν ακόμα ήταν αν μπορούσαν — αν, χωρίς τον άνθρωπο που έγραφε τις μισές τους λέξεις, είχαν ακόμα κάτι να πουν.

Ένα τραγούδι στο τηλέφωνο

Μέχρι τότε, οι στίχοι μοιράζονταν στα δύο. Τώρα ο Nicky Wire έπρεπε να γράφει μόνος του. Και στην αρχή, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος, ό,τι έγραφε δεν δούλευε.

Η ιδέα ήρθε από μια επιγραφή. Πάνω από ένα παράθυρο της βιβλιοθήκης στο Pillgwenlly του Newport, υπήρχε χαραγμένη η φράση «Η γνώση είναι δύναμη». Για τον Wire, αυτή η φράση έλεγε κάτι που είχε βαρεθεί να βλέπει να ξεχνιέται: ότι οι άνθρωποι από τα μέρη τους δεν ήταν η καρικατούρα που έδειχνε η τηλεόραση. «Είχα βαρεθεί να βλέπω όλους να μειώνουν την εργατική τάξη», είπε χρόνια αργότερα. «Κι όμως, εμείς χτίσαμε βιβλιοθήκες. Ο πατέρας μου ήταν ανθρακωρύχος.» ("...sick to death with the patronisation of the working class... we did build libraries. My dad was a miner.").

Από εκεί γεννήθηκε το «A Design for Life». Το τραγούδι ξεκινάει ακριβώς από αυτή την ιδέα, ότι η γνώση ήταν πάντα η δύναμη για ανθρώπους σαν κι αυτούς, και μετά στρέφεται στο πώς τους έβλεπαν όλοι οι άλλοι: σαν εκείνους που το μόνο που ήθελαν να κάνουν ήταν να πίνουν. Δεν ζητάει οίκτο. Δεν ζητάει συγγνώμη. Στέκεται όρθιο.

Ο Wire έδωσε τους στίχους στον Bradfield, κι εκείνος έγραψε τη μουσική, όπως λέει, σε δέκα λεπτά περίπου. Μετά πήρε τηλέφωνο τον Wire και του το τραγούδησε από το ακουστικό. «Αυτή ήταν η στιγμή που άλλαξαν όλα», θυμάται ο Wire. «Από εκεί και πέρα, όλα έβγαιναν εύκολα. Μπορεί να μην ήμασταν καν μπάντα χωρίς το “A Design for Life”.» ("The turning point was James singing A Design For Life down the phone to me... From then on, everything came really easily. We might not have been in a band without A Design For Life.").

Κυκλοφόρησε στις 15 Απριλίου του 1996, το πρώτο τους τραγούδι μετά την εξαφάνιση του Richey, και έφτασε στο Νο.2 των βρετανικών charts. Η ερώτηση είχε πάρει την απάντησή της. Είχαν ακόμα κάτι να πουν.

Όλα πρέπει να φύγουν / αλλάξουν

Το Everything Must Go κυκλοφόρησε στις 20 Μαΐου του 1996, και όποιος είχε ακούσει το The Holy Bible δύσκολα θα πίστευε ότι πρόκειται για την ίδια μπάντα. Εκεί που υπήρχαν στεγνές, κοφτερές κιθάρες, τώρα υπήρχαν έγχορδα, πλήκτρα και ντραμς που ο Bradfield ήθελε να δίνουν τον τόνο σε όλο τον δίσκο. Στην παραγωγή ήταν ο Mike Hedges, που ο Bradfield τον ήθελε επειδή λάτρευε τη δουλειά του με τους Siouxsie and the Banshees. Ο Wire, από την πλευρά του, είχε στο μυαλό του τον μεγάλο, γεμάτο ήχο από τις παραγωγές του Phil Spector στα 60s. Το αποτέλεσμα ήταν ο πιο φωτεινός δίσκος που έκαναν ποτέ.

Ο Richey όμως δεν είχε φύγει εντελώς από αυτόν τον δίσκο. Πέντε από τα τραγούδια έχουν δικούς του στίχους, λέξεις που είχε αφήσει πίσω του. Ένα από αυτά, το «Kevin Carter», βγήκε single και έφτασε στο Νο.9. Ο Bradfield έχει πει ότι δεν τα έβαλαν εκεί σαν φόρο τιμής, αλλά επειδή ταίριαζαν στον δίσκο. Που σημαίνει ότι ο Richey δεν είναι μέσα στο Everything Must Go επειδή έλειπε. Είναι εκεί επειδή οι λέξεις του άξιζαν μια θέση.

Και μετά είναι ο ίδιος ο τίτλος. «Everything must go» γράφουν στις βιτρίνες τα βρετανικά μαγαζιά που κλείνουν: όλα πρέπει να φύγουν. Στο ομώνυμο τραγούδι, όμως, ο Wire μιλάει κατευθείαν σε όσους τους αγαπούσαν από την αρχή. Τους ζητάει να τους συγχωρέσουν για όσα άλλαξαν, γιατί έπρεπε να αλλάξουν, και ταυτόχρονα τους λέει ότι κατά βάθος είναι ακόμα οι ίδιοι.

Ο κόσμος τους συγχώρεσε, και με το παραπάνω. Ο δίσκος μπήκε κατευθείαν στο Νο.2 των βρετανικών charts, ενώ και τα τέσσερα singles του έφτασαν στο Top 10. Το 1997 πήραν δύο Brit Awards, για τον καλύτερο βρετανικό δίσκο και για το καλύτερο βρετανικό συγκρότημα. Κάποτε, στην αρχή, ήθελαν να πουλήσουν δεκαέξι εκατομμύρια δίσκους και να διαλυθούν. Δεν πούλησαν δεκαέξι εκατομμύρια. Πούλησαν όμως πάνω από δύο, και δεν διαλύθηκαν. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Wire το είπε χωρίς περιστροφές: «Νομίζω ότι είναι ο καλύτερός μας δίσκος, και δεν φοβάμαι να το πω.» ("I think it's our best record, I am not afraid to say that.").

Ό,τι μένει

Το 2009, δεκατέσσερα χρόνια μετά την εξαφάνιση και λίγους μήνες αφότου ο Richey κηρύχθηκε επίσημα νεκρός, οι Manics κυκλοφόρησαν το Journal for Plague Lovers. Όλοι οι στίχοι του δίσκου ήταν του Richey, λέξεις που είχε αφήσει και δεν είχαν ακουστεί ποτέ. Για πρώτη φορά, ένας ολόκληρος δίσκος της μπάντας μιλούσε αποκλειστικά με τις δικές του λέξεις.

Τριάντα χρόνια μετά το Everything Must Go, αυτό που μένει δεν είναι η απάντηση στο τι απέγινε ο Richey. Αυτή δεν ήρθε ποτέ. Μένει κάτι πιο απλό: τρεις φίλοι που έχασαν τον τέταρτο και δεν έβαλαν κανέναν στη θέση του. Κράτησαν τη θέση του άδεια στη σκηνή και τις λέξεις του μέσα στους δίσκους τους, και συνέχισαν να παίζουν.

Ίσως αυτό να είναι όλο κι όλο. Όταν λείπει ο άνθρωπος που έγραφε τις μισές σου λέξεις, γράφεις εσύ τις άλλες μισές. Και του κρατάς τη θέση.

ΑΚΟΥ ΤΟ: SPOTIFY YOUTUBE MUSIC

Στη μνήμη του Richey

Richard James Edwards

Γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1967, στο Blackwood.
Εξαφανίστηκε την 1η Φεβρουαρίου 1995 (27 χρονών).
Από τον Νοέμβριο του 2008 θεωρείται επίσημα νεκρός (θα ήταν τότε 40 χρονών).

Οι λέξεις του έμειναν.