Η αγγελία

Τον Οκτώβριο του 1989, ανάμεσα στις μικρές αγγελίες του περιοδικού NME, υπήρχε μία που έμοιαζε περισσότερο με δήλωση προθέσεων: «Ζητείται νεαρός κιθαρίστας από μπάντα του Λονδίνου. Smiths, Commotions, Bowie, Pet Shop Boys. Όχι βιρτουόζοι.» ("Young guitar player needed by London-based band. Smiths, Commotions, Bowie, Pet Shop Boys. No Musos."). Την είχαν βάλει τρεις άνθρωποι που έψαχναν ακόμα τον ήχο τους: ο τραγουδιστής Brett Anderson, ο μπασίστας Mat Osman και η Justine Frischmann στην κιθάρα.

Απάντησε ένας δεκαεννιάχρονος από το βόρειο Λονδίνο, ο Bernard Butler. Οι πρώτες συναυλίες έγιναν σε μικρά μαγαζιά του Camden, με ένα drum machine στη θέση του ντράμερ, μέχρι που το καλοκαίρι του 1990 ήρθε ο Simon Gilbert. Η Justine Frischmann έφυγε νωρίς, και από το 1991 οι Suede ήταν πια τέσσερις.

Από εκεί και πέρα, η καρδιά της μπάντας ήταν δύο άνθρωποι. Ο Anderson έγραφε τα λόγια, ο Butler τη μουσική, και μαζί έφτιαχναν τραγούδια που θύμιζαν ακριβώς τα ονόματα της αγγελίας: λίγο Bowie, λίγο Smiths, και κάτι δικό τους. Για μερικά χρόνια, αυτό το δίδυμο έμοιαζε ασταμάτητο.

Κανείς δεν μπορούσε να το φανταστεί τότε, αλλά το τραγούδι για το οποίο ο Anderson είναι μέχρι σήμερα πιο περήφανος γράφτηκε τη χρονιά που οι δυο τους χώρισαν.

Η έκρηξη

Στις 25 Απριλίου του 1992, οι Suede βρέθηκαν στο εξώφυλλο του περιοδικού Melody Maker με τον τίτλο «Η καλύτερη νέα μπάντα της Βρετανίας». Δεν είχαν βγάλει ακόμα ούτε ένα τραγούδι. Το πρώτο τους single, το «The Drowners», κυκλοφόρησε δύο εβδομάδες αργότερα.

Αυτό που ακολούθησε έμοιαζε με χιονοστιβάδα. Στα Brit Awards του Φεβρουαρίου του 1993 οι Suede δεν ήταν καν υποψήφιοι, και το NME ξεκίνησε εβδομαδιαία καμπάνια για να τους καλέσουν να παίξουν. Τα κατάφερε. Έπαιξαν το «Animal Nitrate» σε ζωντανή μετάδοση που έφτασε σε περίπου εννιά εκατομμύρια σπίτια, μία εβδομάδα πριν κυκλοφορήσει το τραγούδι, και εκείνο έγινε το πρώτο τους στο Top 10.

Έναν μήνα μετά, στις 29 Μαρτίου, κυκλοφόρησε ο πρώτος τους δίσκος, με τίτλο απλώς Suede. Πούλησε πάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα την πρώτη εβδομάδα και μπήκε κατευθείαν στο Νο.1. Κανένας πρώτος δίσκος στη Βρετανία δεν είχε πουλήσει τόσο γρήγορα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Λίγους μήνες αργότερα πήραν και το Mercury Prize, το βραβείο για τον καλύτερο βρετανικό δίσκο της χρονιάς, και τα χρήματα του βραβείου, 25.000 λίρες, δόθηκαν ολόκληρα για την έρευνα του καρκίνου.

Σε λιγότερο από ενάμιση χρόνο από το πρώτο τους single, η μπάντα της μικρής αγγελίας είχε φτάσει στην κορυφή. Το επόμενο βήμα ήταν η Αμερική. Εκεί άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες ρωγμές.

Οι πρώτες ρωγμές

Λίγο πριν από τη δεύτερη αμερικανική περιοδεία των Suede, ο πατέρας του Bernard Butler πέθανε. Ο Butler πήγε κανονικά στην περιοδεία, αλλά κράτησε αποστάσεις: ταξίδευε χωριστά από τους άλλους και δεν έβγαινε μαζί τους μετά τις συναυλίες. Και η ίδια η περιοδεία δεν πήγαινε καλά. Στην Αμερική οι Suede δεν ήταν ούτε κατά διάνοια τόσο γνωστοί όσο στη Βρετανία, και στην Atlanta αναγκάστηκαν να ανοίξουν τη συναυλία των Cranberries, λιγότερο από έναν χρόνο αφότου ο πρώτος τους δίσκος είχε φτάσει στο Νο.1. Όσο περνούσαν οι μέρες, η απόσταση ανάμεσα στον Butler και τους υπόλοιπους μεγάλωνε.

Όταν τον Μάρτιο του 1994 μπήκαν στο στούντιο για τον δεύτερο δίσκο, ο καθένας είχε πάρει ήδη άλλο δρόμο. Ο Anderson είχε κλειστεί στο σπίτι του στο Highgate και έγραφε μόνος. Ο Butler ήθελε μεγαλύτερα, πιο σύνθετα κομμάτια και δεν συμφωνούσε με τον παραγωγό τους, τον Ed Buller. Κάποια στιγμή ζήτησε να τον αντικαταστήσουν.

Η πιο γνωστή διαφωνία ήταν για ένα τραγούδι, το «The Asphalt World». Σύμφωνα με τον μπασίστα Mat Osman, η εκδοχή του Butler κρατούσε είκοσι πέντε λεπτά, με ένα σόλο κιθάρας οχτώ λεπτών. Ο Anderson τη θυμάται λίγο διαφορετικά, σαν μια πρόχειρη ηχογράφηση δεκαοχτώ λεπτών που θα κοβόταν αργότερα. Όπως και να 'χει, οι δυο τους δεν μιλούσαν πια την ίδια γλώσσα. Ο παραγωγός θυμάται ότι, σε όλη τη διάρκεια της ηχογράφησης, ο Butler και η υπόλοιπη μπάντα σχεδόν ποτέ δεν βρέθηκαν ταυτόχρονα στο στούντιο, και όταν έγινε, ήταν για λίγες μόνο ώρες.

Κι όμως, σε αυτό ακριβώς το στούντιο, όπου οι δυο τους σχεδόν δεν συναντήθηκαν, γεννήθηκε το τραγούδι που ο Anderson θα αγαπούσε περισσότερο από κάθε άλλο.

Ένα τραγούδι για κάποιον που φεύγει

Εκείνη την περίοδο ο Anderson περνούσε ώρες στη βιβλιοθήκη του Highgate, διαβάζοντας βιογραφίες παλιών σταρ του σινεμά. Από εκεί ήρθε και ο τίτλος, από το The Wild One, την ταινία του 1953 με τον Marlon Brando.

Τα λόγια όμως δεν ήταν για κάποιον σταρ. Ήταν για μια σχέση του Anderson που τελείωνε. «Ήταν μια σχέση φλογερή και ραγισμένη, από εκείνες που έχεις όταν είσαι νέος», είπε αργότερα ("fiery and fractured, the kind you have when you're young"). Στο τραγούδι, κάποιος βλέπει τον άνθρωπο που αγαπάει να φεύγει και του ζητάει να μείνει, με την υπόσχεση ότι μαζί θα γίνουν οι «άγριοι» του τίτλου.

Λέγεται ότι το ρεφρέν γεννήθηκε από ένα τραγούδι του Jacques Brel, το «Ne me quitte pas», που σημαίνει «μη με αφήνεις». Ο Anderson είχε στο μυαλό του τον Scott Walker, την Piaf και τον Sinatra, και ήθελε κάτι που δεν θα ανήκε σε καμία εποχή. Όπως το είπε ο ίδιος, ήθελε ένα κομμάτι μελωδικής ομορφιάς που δεν θα παλιώνει, ένα τραγούδι που οι άνθρωποι θα παντρεύονταν ακούγοντάς το ("a timeless slice of melodic beauty that people got married to").

Τη μουσική την έγραψε ο Butler. Ο δικός του πρόχειρος τίτλος για το κομμάτι ήταν «Ken». Λένε πως ήταν το όνομα κάποιου που είχε απαντήσει σε αγγελία της μπάντας για κιθαρίστα. Την εισαγωγή την ηχογράφησε με μια Dobro, ακουστική κιθάρα με μεταλλικό αντηχείο, πάνω στην οροφή του αυτοκινήτου του πατέρα του, έξω από το στούντιο.

Ένα τραγούδι που παρακαλάει κάποιον να μείνει, γραμμένο από δύο ανθρώπους που ήδη απομακρύνονταν ο ένας από τον άλλον. Και πριν τελειώσει ο δίσκος, ο ένας από τους δύο θα έφευγε.

8 Ιουλίου 1994

Στις 8 Ιουλίου του 1994, ο Butler σταμάτησε να έρχεται στο στούντιο. Ο δίσκος δεν είχε τελειώσει. Ο Anderson είχε γράψει μόνο πρόχειρα φωνητικά, αρκετά τραγούδια δεν είχαν ακόμα τίτλο, και έλειπαν πολλά κομμάτια από τις ηχογραφήσεις.

Το πώς ακριβώς τελείωσε το λέει ο καθένας λίγο διαφορετικά. Όλες οι εκδοχές όμως συμφωνούν σε ένα πράγμα: κάποια μέρα ο Butler βρήκε την πόρτα του στούντιο κλειδωμένη. Οι κιθάρες του, ανάλογα με το ποιον ρωτάς, τον περίμεναν είτε στη ρεσεψιόν είτε έξω στον δρόμο. Ακολούθησε ένα τελευταίο τηλεφώνημα ανάμεσα σε εκείνον και τον Anderson, που τελείωσε με βαριές κουβέντες. Ο Anderson το είπε αργότερα με τέσσερις λέξεις: «I called his bluff». Δηλαδή δεν πίστεψε ότι ο Butler θα έφευγε στ' αλήθεια, και δεν τον σταμάτησε.

Ο δίσκος τελείωσε χωρίς εκείνον. Session μουσικοί έπαιξαν ό,τι έλειπε, ένας κιθαρίστας αντέγραψε νότα προς νότα το demo του Butler για ένα από τα τραγούδια, και ο ίδιος ο Anderson έπαιξε ακουστική κιθάρα σε μερικά κομμάτια.

Ούτε το «The Wild Ones» έμεινε όπως το είχε αφήσει. Η εκδοχή του Butler κρατούσε πάνω από επτά λεπτά και έκλεινε με ένα μακρύ φινάλε. Στον δίσκο μπήκε κομμένη, λίγο κάτω από πέντε. Η πλήρης εκδοχή κυκλοφόρησε επίσημα χρόνια αργότερα, στις επανεκδόσεις του δίσκου, με τον τίτλο «Original Unedited Version».

Τον Σεπτέμβριο, τη θέση του Butler πήρε ο Richard Oakes, ένας δεκαεφτάχρονος που είχε στείλει μια κασέτα με τα demo του στο fan club της μπάντας. Για δεύτερη φορά, ο κιθαρίστας των Suede ήταν ένας άγνωστος νεαρός που τους είχε βρει μόνος του.

Όταν βγήκε

Το Dog Man Star κυκλοφόρησε στις 10 Οκτωβρίου του 1994. Έφτασε στο Νο.3, αλλά την επόμενη εβδομάδα είχε ήδη πέσει στο Νο.12. Εκείνη η χρονιά ανήκε σε άλλους. Λίγους μήνες νωρίτερα είχαν βγει το Parklife των Blur και το Definitely Maybe των Oasis, και η Βρετανία τραγουδούσε δυνατά, με μια μπίρα στο χέρι. Ο δίσκος των Suede ήταν σκοτεινός, θεατρικός και βαρύς, σαν να είχε έρθει από άλλη εποχή. Ο Anderson δεν το έκρυψε ποτέ. Όπως είπε αργότερα, δεν τους ενδιέφερε καθόλου όλο εκείνο το μεθυσμένο, καρτουνίστικο, ψευτο-εργατικό κλίμα ("that whole boozy, cartoon-like, fake working-class thing").

Οι κριτικές μοιράστηκαν. Το περιοδικό Rolling Stone έγραψε ότι είναι «ένα από τα πιο επιτηδευμένα άλμπουμ που έχει βγάλει ποτέ μεγάλη δισκογραφική» ("one of the most pretentious albums ever released by a major label"). Έναν μήνα μετά τον δίσκο, στις 7 Νοεμβρίου, το «The Wild Ones» κυκλοφόρησε σε single. Ο άνθρωπος που είχε γράψει τη μουσική του δεν ήταν πια στην μπάντα, και το τραγούδι έφτασε μόλις στο Νο.18.

Ο χρόνος όμως το είδε αλλιώς. Το 2013, το NME έβαλε το Dog Man Star στο Νο.31 των 500 καλύτερων δίσκων όλων των εποχών, και έναν χρόνο αργότερα έβαλε και το «The Wild Ones» στα 500 καλύτερα τραγούδια. Ο Butler, το 1998, το είχε πει πιο συγκρατημένα: «Νομίζω ότι είναι καλός δίσκος, αλλά θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερος» ("I think it's a good record, but it could have been much better").

Για τον Anderson δεν υπήρξε ποτέ αμφιβολία. Όποτε τον ρωτάνε για τι είναι πιο περήφανος, απαντάει με αυτό το τραγούδι. Το 2016 το είπε ξεκάθαρα: «Είναι το σπουδαιότερο τραγούδι που έγραψαν ποτέ οι Suede». Και πρόσθεσε, με ένα παράπονο που ακούγεται σχεδόν αστείο, ότι έχει κι ένα απαίσιο βίντεο ("it's the greatest song Suede ever wrote, and it's got this awful video").

Το τραγούδι είχε βρει τη θέση του. Οι δύο άνθρωποι που το έγραψαν, όμως, δεν είχαν ξαναμιλήσει από εκείνο το τηλεφώνημα.

Εννιά χρόνια σιωπής

Ο Anderson και ο Butler δεν μίλησαν για εννιά χρόνια. Οι Suede συνέχισαν με τον Richard Oakes στην κιθάρα, και το 1996 το Coming Up τούς έφερε ξανά στο Νο.1. Ο Butler πήρε τον δικό του δρόμο, με δικούς του δίσκους και αργότερα ως παραγωγός για άλλους καλλιτέχνες. Το 2003 οι Suede διαλύθηκαν.

Λίγους μήνες αργότερα συνέβη αυτό που δεν περίμενε κανείς: οι δυο τους ξαναβρέθηκαν. «Πήρα τηλέφωνο τον Bernard. Τόσο απλό ήταν», είπε ο Anderson. «Βγήκαμε για ινδικό, πρώτη φορά μετά από εννιά χρόνια, τον ρώτησα αν ήθελε να κάνουμε κάτι μαζί, και μου είπε “ναι”.» ("I gave Bernard a call. It's as simple as that… We went for a curry for the first time in nine years, I asked if he fancied doing some stuff, and he said 'yeah'.").

Έφτιαξαν μαζί μια καινούρια μπάντα, τους Tears, και τον Ιούνιο του 2005 έβγαλαν τον δίσκο Here Come the Tears, που έφτασε στο Νο.15. Όλοι όμως ήθελαν να μιλήσουν για κάτι άλλο. «Η ιστορία ότι ξαναβρεθήκαμε ήταν πολύ καλό θέμα για τον Τύπο, και έκρυψε εντελώς τη μουσική», είπε ο Anderson. «Είμαι περήφανος για τον δίσκο που κάναμε, αλλά η εμμονή με εμάς δεν μας άφησε να τον χαρούμε» ("the story of me and Bernard getting back together again was far too juicy, and it overshadowed the music completely. I am proud of the record we made, but the obsession with us stopped us enjoying it"). Τον Απρίλιο του 2006, οι Tears σταμάτησαν.

Οι Suede επανενώθηκαν το 2010 και βγάζουν δίσκους μέχρι σήμερα. Και το 2024, τριάντα χρόνια μετά, το «The Wild Ones» ξανακυκλοφόρησε σε επετειακή έκδοση.

Ίσως γι' αυτό ο Anderson γυρίζει πάντα σε αυτό το τραγούδι. Είναι η στιγμή που οι δυο τους έφτιαξαν κάτι όμορφο, την ώρα που όλα γύρω τους χαλούσαν. Ένα τραγούδι που παρακαλούσε κάποιον να μείνει, αλλά εκείνος τελικά δεν έμεινε. Σε εμάς όμως έμεινε το τραγούδι.