Καλοκαίρι του 1984. Οι Smiths έχουν βγάλει μέσα στη χρονιά τον πρώτο τους δίσκο, και τον Αύγουστο η Rough Trade κυκλοφορεί το καινούργιο τους single, το «William, It Was Really Nothing»: δύο λεπτά και κάτι, γρήγορο, φωτεινό, με τον Morrissey στα καλύτερά του. Το single κυκλοφόρησε όμως με δύο διαφορετικές πίσω πλευρές. Αν έπεφτες στην έκδοση με το «How Soon Is Now?» και γύριζες τον δίσκο, έβρισκες κάτι εντελώς διαφορετικό: ένα μακρύ, αργό, σκοτεινό κομμάτι, με μια κιθάρα που έτρεμε σαν να έβγαινε από βάλτο. Σήμερα είναι ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια της μπάντας. Τότε, ήταν απλώς το b-side.
Ένα demo με το όνομα «Swamp»
Ο Johnny Marr το έγραψε τον Ιούνιο του 1984, σε μια περίοδο που έβγαζε τραγούδια το ένα μετά το άλλο: την ίδια εποχή γράφτηκαν και το «William, It Was Really Nothing» και το «Please, Please, Please, Let Me Get What I Want». Το demo είχε τίτλο εργασίας «Swamp», δηλαδή «βάλτος», και αν το ακούσεις, θα καταλάβεις γιατί. Ο παραγωγός John Porter ενθουσιάστηκε αμέσως και έσπρωξε τον Marr να το δουλέψει.
Ο ήχος που τρέμει
Η βάση ήταν ένας ρυθμός εμπνευσμένος από τον Bo Diddley, όπως έχει πει ο ίδιος ο Marr. Αυτό όμως που σε κερδίζει από το πρώτο δευτερόλεπτο είναι το tremolo, το εφέ που κάνει τον ήχο της κιθάρας να «κυματίζει». Ο Marr ήθελε από καιρό να το χρησιμοποιήσει κάπου, και εδώ βρήκε την ευκαιρία. Το πώς βγήκε αυτός ο ήχος είναι μια μικρή ιστορία από μόνο του. Η κιθάρα πέρασε ταυτόχρονα μέσα από αρκετούς ενισχυτές της Fender (το κλασικό μοντέλο Twin Reverb), ο καθένας ρυθμισμένος σε διαφορετική ταχύτητα tremolo. Το πρόβλημα ήταν ότι ξέφευγαν συνεχώς από τον ρυθμό. Κάθε φορά που γινόταν αυτό, σταματούσαν και ξεκινούσαν πάλι. Χρειάστηκαν πάρα πολλές λήψεις μέχρι να βγει μία που έμεινε συγχρονισμένη από την αρχή ως το τέλος.
Ο κληρονόμος του τίποτα
Πάνω σε αυτόν τον βάλτο, ο Morrissey έγραψε ένα από τα πιο εξομολογητικά κείμενά του: για την ντροπή που σε κρατάει στη γωνία, για τον άνθρωπο που θέλει να τον αγαπήσουν αλλά δεν μπορεί να κάνει το πρώτο βήμα. Η εναρκτήρια φράση, για έναν γιο που δεν κληρονομεί «τίποτα το ιδιαίτερο», είναι δανεισμένη από το Middlemarch της George Eliot (ψευδώνυμο της Βρετανίδας συγγραφέα Mary Ann Evans), ένα βικτωριανό μυθιστόρημα του 1871. Έτσι, από την πρώτη κιόλας ατάκα, ο τόνος είναι ταυτόχρονα μεγαλοπρεπής και αξιολύπητος: το χιούμορ του Morrissey σε όλο του το μεγαλείο.
Τρεις φορές στα ράφια
Και εδώ η ιστορία γίνεται λίγο κωμική. Το «How Soon Is Now?» κυκλοφόρησε πρώτα ως b-side, τον Αύγουστο του 1984. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς μπήκε στο Hatful of Hollow, μια συλλογή με ηχογραφήσεις για το BBC, singles και b-sides, που έφτασε στο Νο.7. Και τον Ιανουάριο του 1985 η Rough Trade το έβγαλε επιτέλους και ως ξεχωριστό single, που όμως σταμάτησε στο Νο.24. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί: όποιος θαυμαστής ήθελε το τραγούδι, το είχε ήδη αγοράσει δύο φορές. Ο Morrissey και ο Marr δεν έκρυψαν την απογοήτευσή τους, γιατί το θεωρούσαν το πιο δυνατό τραγούδι τους μέχρι τότε. Η δικαίωση ήρθε αργότερα: στην επανακυκλοφορία του 1992 ανέβηκε ψηλότερα, στο Νο.16.
Δεύτερη ζωή
Υπάρχει κι ένα τελευταίο κεφάλαιο: πολλοί ξέρουν αυτό το τραγούδι χωρίς να έχουν ιδέα ότι είναι των Smiths. Για μια ολόκληρη γενιά, το «How Soon Is Now?» ήρθε από την τηλεόραση. Το 1996 οι Love Spit Love το διασκεύασαν για την ταινία The Craft, και η δική τους εκδοχή έγινε λίγο αργότερα το τραγούδι των τίτλων αρχής του Charmed, για οκτώ ολόκληρες σεζόν. Όχι άσχημα για ένα τραγούδι που ξεκίνησε κρυμμένο στην πίσω πλευρά ενός δίλεπτου single.