Ζέσταμα

Chipping Norton, ένα μικρό στούντιο στην εξοχή της Oxfordshire, 1992. Πέντε παιδιά από την Οξφόρδη, οι Radiohead, που δεν τους ξέρει ακόμα κανείς, ηχογραφούν τον πρώτο τους δίσκο με δύο Αμερικάνους παραγωγούς, τον Sean Slade και τον Paul Kolderie. Η δουλειά δεν πάει καλά. Κάποια στιγμή οι παραγωγοί τούς ζητάνε να παίξουν κάτι άλλο, ό,τι θέλουν, για να ζεσταθούν και να ρυθμιστούν τα μηχανήματα.

Η μπάντα παίζει ένα τραγούδι που δεν είναι στο πρόγραμμα. Ο τραγουδιστής, ο Thom Yorke, μουρμουρίζει πριν αρχίσουν ότι είναι «το δικό τους τραγούδι σε ύφος Scott Walker», του Αμερικάνου τραγουδιστή με τη βαθιά, θεατρική φωνή. Οι παραγωγοί ακούν λάθος. «Ο Thom μουρμούρισε κάτι σαν “αυτό είναι το δικό μας τραγούδι σε ύφος Scott Walker”, αλλά εμείς νομίσαμε ότι είπε “αυτό είναι ένα τραγούδι του Scott Walker”» ("Thom mumbled something about, 'That's our Scott Walker song,' but we thought he said, 'That's a Scott Walker song.'"), θυμάται ο Kolderie. Όταν τελειώνουν, ο Slade γυρίζει στον συνάδελφό του και του λέει: «Κρίμα που το καλύτερο τραγούδι είναι διασκευή» ("Too bad the best song is a cover.").

Δεν ήταν διασκευή. Και η μπάντα δεν ήξερε ότι τα μηχανήματα έγραφαν. «Όταν ηχογραφήθηκε, δεν ξέραμε ούτε ότι το έγραφαν. Απλώς ζεσταινόμασταν για ένα άλλο τραγούδι. Γι' αυτό ακούγεται τόσο δυνατό: δεν το σκεφτόταν κανείς» ("When it was recorded, we didn't even know it was being taped. We were just warming up for another track — the reason it sounds so powerful is because it's completely unselfconscious."), είπε ο ντράμερ, ο Phil Selway. «Το έπαιξαν μόνο μία φορά, κι αυτό ήταν. Αυτό ήταν το μαγικό που συνέβη» ("They only played it once, and that was it. That was the magic thing that happened."), λέει ο Kolderie.

Τρία χτυπήματα

Το τραγούδι λεγόταν «Creep». Ξεκινάει ήσυχα, με μια κιθάρα που γυρίζει γύρω από τις ίδιες λίγες συγχορδίες και μια φωνή που σχεδόν ψιθυρίζει. Και λίγο πριν το ρεφρέν, εκεί που όλα είναι ακόμα ήσυχα, ακούγονται τρία χτυπήματα κιθάρας, ξερά και δυνατά, σαν να σπάει κάτι. Μετά, το ρεφρέν ανοίγει και η φωνή ανεβαίνει ψηλά.

Τα χτυπήματα τα έκανε ο Jonny Greenwood, ο μικρότερος της μπάντας. Και δεν τα έκανε για να ομορφύνει το τραγούδι. «Αυτός είναι ο ήχος του Jonny που προσπαθεί να γαμήσει το τραγούδι. Δεν του άρεσε καθόλου την πρώτη φορά που το παίξαμε, κι έτσι προσπάθησε να το σαμποτάρει. Και αυτό έφτιαξε το τραγούδι» ("That's the sound of Jonny trying to fuck the song up. He really didn't like it the first time we played it, so he tried spoiling it. And it made the song."), είπε ο κιθαρίστας Ed O'Brien. Ο ίδιος ο Jonny το παραδέχεται: «Δεν μου άρεσε. Έμενε ήσυχο, οπότε χτύπησα την κιθάρα δυνατά, πολύ δυνατά» ("I didn't like it. It stayed quiet, so I hit the guitar hard – really hard.").

Exeter

Ο Thom Yorke το είχε γράψει χρόνια πριν, όταν σπούδαζε στο πανεπιστήμιο του Exeter, στα τέλη των 80s. Ήταν, όπως είπε ο ίδιος, μια περίεργη περίοδος της ζωής του, και το τραγούδι βγήκε από μια εμμονή με μια κοπέλα, μια εμμονή που «ξέφυγε εντελώς» ("a really, really serious obsession that got completely out of hand"). Όταν αργότερα τον ρώτησαν αν η κοπέλα ήταν πραγματική, είπε ναι, και το μετάνιωσε: «Δεν έπρεπε να παραδεχτώ ότι ήταν πραγματικό πρόσωπο» ("I shouldn't have admitted to her being a real person.").

Οι πέντε είχαν γνωριστεί στο σχολείο, στο Abingdon, κοντά στην Οξφόρδη, και είχαν φτιάξει μπάντα το 1985 με το όνομα On a Friday, από τη μέρα που έκαναν πρόβα. Στα τέλη του 1991 υπέγραψαν στην Parlophone, την εταιρεία της EMI, που τους ζήτησε άλλο όνομα. Το πήραν από ένα τραγούδι των Talking Heads, το «Radio Head».

Νο.78

Το «Creep» κυκλοφόρησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1992, ως το πρώτο τους single. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, το Radio 1 δεν το έπαιξε, γιατί το θεώρησε «πολύ καταθλιπτικό». Πούλησε περίπου 6.000 αντίτυπα και έμεινε έξω από το Top 75 και, όπως γράφτηκε τότε, σταμάτησε στο Νο.78.

Το τραγούδι όμως είχε αρχίσει να ταξιδεύει μόνο του. Στο Ισραήλ, ένας ραδιοφωνικός παραγωγός, ο Yoav Kutner, το έπαιζε συνέχεια, κι εκεί το τραγούδι έγινε επιτυχία. Στο Σαν Φρανσίσκο, ένας σταθμός το έβαλε προς το τέλος του 1992, και μέσα σε λίγες εβδομάδες οι ακροατές του το ζητούσαν περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Το πήρε ένας μεγάλος σταθμός του Λος Άντζελες, μετά όλη η Αμερική, κι έφτασε στο Νο.34 του αμερικάνικου chart. Στη Βρετανία, εν τω μεταξύ, είχε βγει ο πρώτος τους δίσκος, το Pablo Honey, τον Φεβρουάριο του 1993, και είχε φτάσει στο Νο.22.

Τον Σεπτέμβριο του 1993 η Parlophone ξαναέβγαλε το «Creep» στη Βρετανία. Ο Yorke στην αρχή είπε όχι: «Ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια! Μόνο πάνω από τα πτώματά μας!» ("Oh no! Not in a million bloody years! Over our dead bodies!"). Μετά, όπως είπε, γύρισαν από την Αμερική και σκέφτηκαν «γιατί όχι». Αυτή τη φορά μπήκε στα charts κατευθείαν στο Νο.7.

Ο ίδιος αέρας

Υπήρχε και κάποιος άλλος που πρόσεξε το τραγούδι. Το 1974 οι Hollies, μια από τις μεγάλες βρετανικές μπάντες των 60s, είχαν φτάσει στο Νο.2 με το «The Air That I Breathe», ένα τραγούδι που είχαν γράψει δύο χρόνια νωρίτερα ο Albert Hammond και ο Mike Hazlewood. Η εταιρεία που είχε τα δικαιώματα του τραγουδιού θεώρησε ότι το «Creep» έμοιαζε πολύ, στις συγχορδίες και στη μελωδία. Η υπόθεση έκλεισε με συμφωνία, και από τότε ο Hammond και ο Hazlewood αναγράφονται ως συνθέτες του «Creep», μαζί με τους Radiohead, και παίρνουν μερίδιο.

Ξανά και ξανά

Το «Creep» έδωσε στους Radiohead όλα όσα ονειρεύεται μια νέα μπάντα: ραδιόφωνο, Αμερική, περιοδείες. Και μετά τους τα πήρε πίσω, ένα-ένα. Στις συναυλίες το κοινό φώναζε για το «Creep» και έφευγε μόλις τελείωνε. Μέσα στην μπάντα το έλεγαν «Crap», δηλαδή «σκουπίδι». «Υπήρξε ένα σημείο όπου μοιάζαμε να ζούμε τα ίδια τεσσεράμισι λεπτά της ζωής μας ξανά και ξανά. Ήταν να σκάσεις» ("There was a point where we seemed to be living out the same four-and-a-half minutes of our lives over and over again. It was incredibly stultifying."), είπε ο O'Brien.

Ο Yorke το έλεγε πιο κοφτά: «Είναι σαν να μην είναι πια δικό μας τραγούδι. Νιώθουμε ότι παίζουμε διασκευή» ("It's like it's not our song any more… It feels like we're doing a cover."). Το 1997, στην περιοδεία του OK Computer, του τρίτου δίσκου τους, σε μια συναυλία στο Μόντρεαλ το κοινό φώναζε ξανά για το «Creep», κι ο Yorke τους είπε από τη σκηνή, όχι ευγενικά, ότι το έχουν βαρεθεί. Από το 2000 ως το 2002 το έπαιξαν δύο φορές όλες κι όλες, και στα επόμενα χρόνια μόνο αραιά και πού.

Reading, 2009

Στις 30 Αυγούστου 2009 οι Radiohead ήταν το μεγάλο όνομα της βραδιάς στο φεστιβάλ του Reading. Βγήκαν στη σκηνή, και το πρώτο τραγούδι που έπαιξαν ήταν το «Creep».

Μετά χάθηκε ξανά, για επτά χρόνια. Τον Μάιο του 2016, σε συναυλία στο Άμστερνταμ, ένας θεατής φώναζε συνέχεια για το «Creep», και ο Yorke, για να τον πειράξει, άρχισε να παίζει την εισαγωγή και σταμάτησε. «Τον κούρδισα λίγο ξεκινώντας να το παίζω, κακή ιδέα, γιατί ήταν σαν να ανάβεις φωτιά» ("I kind of wound him up by starting to play it, which was a bad idea as it was like lighting a fire."), είπε μετά. Δύο μέρες αργότερα, στο Παρίσι, το έπαιξαν ολόκληρο. Τον επόμενο χρόνο το έπαιξαν στο Glastonbury, και ο κριτικός της εφημερίδας Guardian έγραψε ότι το κοινό το υποδέχτηκε «σχεδόν σαν να μην πίστευε στην τύχη του» ("greeted with something approaching astonished delight").

Η τελευταία καταγεγραμμένη φορά που το έπαιξαν ήταν στην Κολομβία, το 2018. Στην περιοδεία του 2025, στην Ευρώπη, δεν το έπαιξαν ούτε μία φορά.

Ένα δισεκατομμύριο

Στο μεταξύ, το τραγούδι είχε ζωή και χωρίς αυτούς. Το 2008, στο φεστιβάλ Coachella, το διασκεύασε ο Prince. Οι θεατές ανέβασαν στο YouTube βίντεο από την εμφάνισή του, κι εκείνος, που φύλαγε αυστηρά ό,τι δικό του κυκλοφορούσε στο ίντερνετ, ζήτησε να κατέβουν, σαν να ήταν δικό του το τραγούδι. Όταν το έμαθε ο Yorke, γέλασε: «Σοβαρά; Το μπλόκαρε;… Πες του να το ξεμπλοκάρει. Είναι δικό μας γαμημένο τραγούδι» ("Really? He's blocked it?… Well, tell him to unblock it. It's our fucking song."). Το 2010 μια βελγική χορωδία κοριτσιών, οι Scala & Kolacny Brothers, το τραγούδησε στο trailer της ταινίας The Social Network, και από τότε έγινε μόδα στα trailers να ακούγεται μια χορωδία να τραγουδάει αργά ένα γνωστό τραγούδι.

Τον Απρίλιο του 2024 το βίντεο του «Creep» πέρασε το ένα δισεκατομμύριο προβολές στο YouTube. Το τραγούδι που το Radio 1 βρήκε πολύ καταθλιπτικό, που ο Jonny ήθελε να χαλάσει πριν καν το ηχογραφήσουν, και που η μπάντα αρνιόταν να παίξει για χρόνια, είναι το πιο ακουσμένο τραγούδι τους.

Ο κριτικός Alex Ross το έγραψε το 2001 στο περιοδικό New Yorker, και ισχύει ακόμα: «Όσες φορές κι αν το ακούσεις, η δεύτερη συγχορδία εξακολουθεί να έρχεται όμορφα από το πουθενά» ("No matter how many times you hear the song, the second chord still sails beautifully out of the blue.").

ΑΚΟΥ ΤΟ: SPOTIFY YOUTUBE MUSIC