Λίγο μετά το τέταρτο λεπτό

Σικάγο, ένα δισκάδικο που λέγεται Championship Vinyl. Ο ιδιοκτήτης του, ο Rob, στέκεται πίσω από τον πάγκο και κοιτάζει τους πελάτες που ψάχνουν στα ράφια. Γυρίζει στον Dick, τον πιο ήσυχο από τους υπαλλήλους του, και του ανακοινώνει ότι θα πουλήσει πέντε αντίτυπα του The Three E.P.'s των Beta Band ("I will now sell five copies of The Three E.P.'s by The Beta Band."). «Κάν' το!» του λέει ο Dick ("Do it!").

Είναι μια σκηνή από το High Fidelity, την ταινία του 2000 με τον John Cusack. Ο Rob βάζει το CD, αλλά στη σκηνή το τραγούδι δεν ακούγεται από την αρχή. Ξεκινάει από τη μέση και μετά, εκεί που οι φωνές ενώνονται και η μουσική ανοίγει. Ένας πελάτης, σκυμμένος ακόμα πάνω από τους δίσκους, αρχίζει να κουνάει το κεφάλι στον ρυθμό και ρωτάει τον Rob ποιος είναι αυτός. «The Beta Band», του λέει ο Rob. «Είναι καλό», λέει ο πελάτης ("It's good."). «Το ξέρω» ("I know.").

Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Nick Hornby, που κυκλοφόρησε το 1995 και διαδραματίζεται στο Λονδίνο. Εκείνη τη σκηνή όμως δεν θα τη βρεις στο βιβλίο. Το 1995 το τραγούδι δεν υπήρχε καν. Η σκηνή γεννήθηκε στην ταινία, όταν η ιστορία μετακόμισε στο Σικάγο. Κι έτσι, για πολύ κόσμο, το «Dry the Rain» ξεκινάει εκεί: λίγο μετά το τέταρτο λεπτό.

Από την αρχή

Από την αρχή, το τραγούδι ακούγεται εντελώς αλλιώς. Μια σιγανή φωνή, σχεδόν σαν να μιλάει στον εαυτό της. Μια κιθάρα που οι νότες της γλιστράνε η μία μέσα στην άλλη. Κι από κάτω ένας ρυθμός που τρίζει, σαν παλιό βινύλιο. Δεν βιάζεται να πάει πουθενά. Ακούγεται σαν κάτι που φτιάχτηκε σε ένα δωμάτιο, από ανθρώπους που δεν περίμεναν να τους ακούσει κανείς.

Το 1996 δύο φίλοι από το St Andrews, μια μικρή πόλη στην ανατολική ακτή της Σκωτίας, προσπαθούσαν να στήσουν μια μπάντα. Ο ένας ήταν ο Steve Mason, που είχε ξεκινήσει ως ντράμερ και δούλευε σε συνεργείο αυτοκινήτων. Ο άλλος ήταν ο Gordon Anderson. Η μπάντα πήρε μορφή σε ένα διαμέρισμα στο Shepherd's Bush του Λονδίνου, που το μοιράστηκαν με δύο ακόμα Σκωτσέζους, τον John Maclean και τον Robin Jones. Εκείνοι οι δύο είχαν γνωριστεί στη σχολή καλών τεχνών του Εδιμβούργου.

Για λίγο σκέφτηκαν να λέγονται The Pigeons. Το όνομα δεν κράτησε, αλλά έμεινε τυπωμένο στη ράχη του πρώτου τους δίσκου, σαν σημείωση που ξέχασε κάποιος να σβήσει. Τελικά έγιναν The Beta Band, και ό,τι έφτιαχναν σε εκείνο το διαμέρισμα δεν έμοιαζε σχεδόν καθόλου με ό,τι ακουγόταν έξω από αυτό.

Την ίδια εποχή, λίγο πιο πέρα

Έξω από το διαμέρισμα, η Βρετανία του 1996 ζούσε στον ρυθμό του Britpop: δυνατές κιθάρες, ολόκληρα ρεφρέν που τραγουδιούνταν σε γήπεδα, οι Oasis και οι Blur στα πρωτοσέλιδα, και η βρετανική σημαία να ξαναγίνεται μόδα. Ο Mason δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με όλο αυτό. Πολλά χρόνια αργότερα το είπε καθαρά: «Οι Beta Band, για μένα, ήταν για να γκρεμίσουμε το Britpop. Ήμασταν εκεί για να το διαλύσουμε» ("The Beta Band, for me, was really about demolishing Britpop. We were there to sort of take it apart.").

Δεν έγραφαν ύμνους. Ανακάτευαν κιθάρες με ρυθμούς που έρχονταν από το hip hop, κομμάτια από παλιούς δίσκους και ό,τι άλλο έβρισκαν μπροστά τους. Κι όμως, τους πρόσεξε σχεδόν αμέσως μια μεγάλη δισκογραφική. Υπέγραψαν στη Regal, ένα παλιό βρετανικό label που η EMI είχε ξαναζωντανέψει το 1995 για τα πιο περίεργα σχήματά της. Ήταν σαν ένα μικρό δωμάτιο μέσα σε μια τεράστια πολυκατοικία. Από εκεί βγήκε ο πρώτος τους δίσκος, και ξεκινούσε με το «Dry the Rain».

Κάπου στο δεύτερο λεπτό

Το «Dry the Rain» δεν μένει για πολύ εκεί που ξεκίνησε. Κάπου στο δεύτερο λεπτό τα τύμπανα βαραίνουν, ο ρυθμός σπρώχνει πιο δυνατά, και το τραγούδι μοιάζει να γίνεται άλλο τραγούδι. Λίγο αργότερα μπαίνει μια τρομπέτα, σαν να έρχεται από το διπλανό δωμάτιο. Την έπαιξε ένας γνωστός του Maclean, ο Jon Levien. Και στο τέλος οι φωνές πληθαίνουν και λένε το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά, σαν παρέα που δεν θέλει να φύγει από το μπαρ.

Υπάρχει λόγος που ακούγεται σαν δύο τραγούδια. Γράφτηκε από δύο ανθρώπους. Το πρώτο μισό, το ήσυχο, το έγραψε ο Mason. Το κλείσιμο, αυτό που σηκώνει το τραγούδι ψηλά, το έγραψε ο Gordon Anderson.

Ένας λιγότερος

Ο Anderson έφυγε από την μπάντα λίγο πριν βγει ο δίσκος. Το κλείσιμο που είχε γράψει έμεινε στο τραγούδι.

Ο δίσκος λεγόταν Champion Versions και κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1997. Ήταν ένα EP, δηλαδή ένας μικρός δίσκος με τέσσερα τραγούδια, και βγήκε μόνο σε βινύλιο, σε περιορισμένα αντίτυπα, με ένα πολύχρωμο κολάζ του Maclean στο εξώφυλλο. Στα charts δεν φαίνεται να μπήκε ποτέ. Λίγο μετά άλλαξε και ο μπασίστας, και στην μπάντα ήρθε ένας Άγγλος από το Portsmouth, ο Richard Greentree.

Το 1998 ακολούθησαν άλλα δύο EP, και τον Σεπτέμβριο η μπάντα μάζεψε και τα τρία σε έναν δίσκο. Τον ονόμασε, πολύ απλά, The Three E.P.'s. Έφτασε στο Νο.35. Όταν τον επόμενο χρόνο ήρθε η ώρα για το πρώτο κανονικό album, ο Mason έκανε κάτι που δεν κάνει σχεδόν κανένας μουσικός. Λίγο πριν κυκλοφορήσει, είπε στο βρετανικό μουσικό περιοδικό NME ότι ήταν «σίγουρα ο χειρότερος δίσκος που έχουμε κάνει, και μάλλον από τους χειρότερους που θα βγουν φέτος» ("It's definitely the worst record we've ever made and it's probably one of the worst records that'll come out this year."). Ο δίσκος έφτασε στο Νο.18. Το «Dry the Rain» είχε μείνει πίσω, στο The Three E.P.'s, μέχρι που το βρήκε μια ταινία.

Σικάγο

Ή μάλλον, δεν το βρήκε αμέσως. Σε ένα από τα πρώτα σενάρια του High Fidelity, γραμμένο το 1998, η ίδια σκηνή υπάρχει, αλλά με άλλη μπάντα. Ο Rob υπόσχεται να πουλήσει τέσσερα αντίτυπα ενός δίσκου των Royal Trux, μιας αμερικάνικης μπάντας. Κάπου ανάμεσα στο χαρτί και στο γύρισμα, οι Royal Trux έγιναν Beta Band και τα τέσσερα αντίτυπα έγιναν πέντε.

Ποιος έκανε την αλλαγή δεν το ξέρουμε με σιγουριά. Τη μουσική της ταινίας τη διάλεξαν μαζί ο Cusack και όσοι έγραψαν μαζί του το σενάριο, και ο Cusack έχει πει ότι άκουσαν γύρω στα 2.000 τραγούδια για να βρουν τα 70 που χρειάζονταν ("we probably listened to 2,000 songs to get those 70 cues"). Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα Guardian, ήταν ο ίδιος ο Cusack που πρότεινε το «Dry the Rain».

Η ταινία βγήκε την άνοιξη του 2000, και το τραγούδι μπήκε ολόκληρο στον δίσκο με τη μουσική της, δίπλα σε Kinks, Velvet Underground και Bob Dylan. Σύμφωνα με την αμερικάνικη δισκογραφική της μπάντας, μέσα σε έναν μήνα οι πωλήσεις του The Three E.P.'s τετραπλασιάστηκαν. Ο Rob, τελικά, πούλησε πολύ περισσότερα από πέντε.

Κι εκείνο το κομμάτι που άκουσε όλος ο κόσμος, λίγο μετά το τέταρτο λεπτό, ήταν το μισό του Gordon Anderson.

Ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες

Η ταινία δεν άλλαξε τον τρόπο που δούλευαν οι Beta Band. Το 2001 ο δεύτερος δίσκος τους, το Hot Shots II, έφτασε στο Νο.13, την ψηλότερη θέση τους, και την ίδια χρονιά άνοιγαν τις συναυλίες των Radiohead στην Αμερική. Κανένα single τους όμως δεν ανέβηκε πιο ψηλά από το Νο.30, και τα λεφτά έφευγαν πιο γρήγορα απ' όσο έρχονταν.

Όταν η μπάντα διαλύθηκε, το 2004, χρωστούσε στη δισκογραφική περίπου 1,2 εκατομμύρια λίρες. Ο Mason δεν το λέει σαν αποτυχία. «Πόσες μπάντες μπορούν να πουν ότι ξόδεψαν 1,2 εκατομμύρια σε τέχνη;» είπε στην ίδια εφημερίδα ("how many bands can say they spent £1.2m on art?"). Η τελευταία τους συναυλία έγινε τον Δεκέμβριο του 2004 στο Εδιμβούργο, την πόλη όπου είχαν γνωριστεί ο Maclean και ο Jones.

Barrowland

Μετά τη διάλυση, ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Ο Mason συνέχισε να γράφει και να βγάζει δίσκους, πρώτα με άλλα ονόματα και μετά με το δικό του, και έγινε από τους πρώτους μουσικούς που μίλησαν ανοιχτά για την κατάθλιψη που τον συνόδευε. Ο Gordon Anderson έφτιαξε μια καινούργια μπάντα, τους Aliens, μαζί με τον Maclean και τον Jones. Ο Maclean, που είχε γυρίσει τα περισσότερα βίντεο των Beta Band, έγινε σκηνοθέτης κινηματογράφου. Η πρώτη του ταινία, το Slow West με τον Michael Fassbender, κέρδισε βραβείο στο φεστιβάλ του Sundance το 2015. «Η σχολή κινηματογράφου μου ήταν τα βίντεο των Beta Band», είπε ("the film school was the Beta Band videos actually"). Ο Greentree γύρισε στη δουλειά του ξυλουργού.

Τον Μάρτιο του 2025 ανακοίνωσαν ότι ξαναβγαίνουν στη σκηνή. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2025, ο Mason, ο Maclean, ο Jones και ο Greentree έπαιξαν στο Barrowland της Γλασκώβης, την πρώτη συναυλία των Beta Band μετά από 21 χρόνια. Λίγους μήνες αργότερα, το 2026, πήγαν για πρώτη φορά στην Αυστραλία και έπαιξαν ολόκληρο το The Three E.P.'s, από το πρώτο τραγούδι ως το τελευταίο.

Άρα και το «Dry the Rain» από την αρχή. Τη σιγανή φωνή, την κιθάρα που γλιστράει, το τρίξιμο από κάτω. Το δεύτερο λεπτό, όπου όλα αλλάζουν. Και μετά, κάπου μετά το τέταρτο, το σημείο όπου τόσοι άνθρωποι το είχαν πρωτοσυναντήσει. Εκεί το τραγούδι δεν βιάζεται να τελειώσει. Οι φωνές λένε το ίδιο ξανά και ξανά, και σβήνουν σιγά σιγά, σαν να συνεχίζουν κάπου που δεν φτάνουμε πια να ακούσουμε.

ΑΚΟΥ ΤΟ: SPOTIFY YOUTUBE MUSIC