Ένα σπίτι χωρίς θέρμανση

Το τραγούδι που για πολλούς έγινε ο ήχος ενός ολόκληρου καλοκαιριού γράφτηκε μέσα στο κρύο. «Σίγουρα δεν γράφτηκε σε καλοκαιρινή διάθεση», θυμόταν ο ντράμερ, ο Danny Goffey, το 1995. «Γράφτηκε σε ένα εξοχικό όπου είχε χαλάσει η θέρμανση, και προσπαθούσαμε να ανάψουμε φωτιές για να ζεσταθούμε» ("It certainly wasn't written in a very summery vibe. It was written in a cottage where the heating had packed up, and we were trying to build fires to keep warm.").

Ο τραγουδιστής, ο Gaz Coombes, το θυμάται λίγο αλλιώς. Στη δική του εκδοχή όλα ξεκίνησαν στο σπίτι των γονιών του Danny, πάνω σε ένα παλιό, ταλαιπωρημένο πιάνο, και οι στίχοι γράφτηκαν μετά, σε μια παμπ, «σε δέκα λεπτά» ("It started at Danny's house, where his parents had this knackered piano... we went to the pub and knocked out the lyrics in 10 minutes."). Μπορεί να είναι αληθινές και οι δύο ιστορίες. Και στις δύο, πάντως, υπάρχουν δυο-τρεις φίλοι και κανείς που να σκέφτεται ότι γράφει κάτι σπουδαίο.

Wheatley

Οι φίλοι αυτοί ήταν από τα περίχωρα της Οξφόρδης. Ο Gaz και ο Danny είχαν πρωτοπαίξει μαζί στο σχολείο τους στο Wheatley, ένα χωριό έξω από την πόλη, σε μια σχολική μπάντα, τους Jennifers, που έβγαλε ένα single το 1992 και διαλύθηκε την ίδια χρονιά. Τον Φεβρουάριο του 1993 βρήκαν τον Mick Quinn, που έπαιζε μπάσο, και έγιναν Supergrass.

Όταν βγήκε το «Alright», τον Ιούλιο του 1995, ο Gaz ήταν 19 χρονών, ο Danny 21 και ο Mick 25.

Ένα πιάνο που χοροπηδάει

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε σε ένα στούντιο στην Κορνουάλη, στη νοτιοδυτική άκρη της Αγγλίας, με παραγωγό τον Sam Williams. Ο ήχος του είναι αυτό που σου μένει πριν καν καταλάβεις τι λέει: ένα πιάνο που χτυπάει τις νότες σαν να πηδάει από πόδι σε πόδι, ένα μπάσο που τρέχει από κάτω, τύμπανα που δεν σταματάνε ούτε στιγμή, και φωνές που τραγουδάνε όλες μαζί, σαν παρέα που φωνάζει από το παράθυρο ενός λεωφορείου. Όλο αυτό κρατάει γύρω στα τρία λεπτά.

Ένας Βρετανός σχολιαστής των charts το περιέγραψε τότε σαν «κάτι ανάμεσα στους Small Faces και τους Duran Duran» ("a cross between the Small Faces and Duran Duran"), δηλαδή κάτι ανάμεσα στη ζωηρή βρετανική pop των 60s και στη λαμπερή pop των 80s. Ο Mick ήξερε από την αρχή ότι η βάση του τραγουδιού δεν μπορούσε να αποτύχει: «Ήξερα ότι η μουσική του “Alright” ήταν αλεξίσφαιρη» ("I knew the backing track for 'Alright' was bulletproof.").

Δεκατρία

Το «Alright» μιλάει για το να είσαι νέος, να βγαίνεις με τους φίλους σου, και να μη σε νοιάζει τίποτα. Πολλοί το άκουσαν σαν ύμνο μιας ολόκληρης γενιάς. Ο Gaz όμως έλεγε από την πρώτη στιγμή ότι δεν ήταν αυτό. «Δεν γράφτηκε σαν ύμνος. Δεν είναι κάλεσμα για τη γενιά μας» ("it wasn't written as an anthem. It isn't supposed to be a rally cry for our generation."), είπε το 1995. Και πρόσθεσε: «Είναι γραμμένο για πλάκα, ανάλαφρα, και σε καμία περίπτωση σαν επαναστατικό σύνθημα» ("It's meant to be light hearted and a bit of a laugh, not at all a rebellious call to arms.").

Για τους ίδιους, το τραγούδι δεν μιλούσε καν για την ηλικία που είχαν τότε. Γύριζε πίσω, στα δεκατρία τους: τα πρώτα κορίτσια, τις πρώτες σκανταλιές, τα καλοκαίρια που μοιάζουν ατελείωτα. «Θυμόμασταν την αθωότητα του να είσαι 13, πριν μπούμε στον κόσμο του rock 'n' roll» ("this was us remembering the innocence of being 13, before we'd delved into the rock 'n' roll world."), εξήγησε ο Gaz.

Νο.2

Το «Alright» κυκλοφόρησε στις 3 Ιουλίου 1995 από την Parlophone, σε ένα single μαζί με ένα δεύτερο τραγούδι, το «Time». Μπήκε στα charts κατευθείαν στο Νο.2 και έμεινε εκεί δύο εβδομάδες. Και τις δύο φορές πιο ψηλά βρισκόταν ένα χορευτικό τραγούδι από την Αμερική, το «Boom Boom Boom» των Outhere Brothers. Το album τους, το I Should Coco, είχε ήδη φτάσει στο Νο.1 τον Μάιο.

Την ίδια χρονιά το τραγούδι πέρασε τον Ατλαντικό και μπήκε στο Clueless, μια αμερικάνικη ταινία για εφήβους με την Alicia Silverstone. Και είχε βίντεο που έμοιαζε με μικρή ταινία. Το γύρισαν οι Dom and Nic στο Portmeirion, ένα παράξενο, πολύχρωμο χωριό στην Ουαλία, όπου στα 60s είχε γυριστεί η τηλεοπτική σειρά The Prisoner. Οι τρεις τους κάνουν βόλτες με ποδήλατα στα στενά και κυλάνε σε ένα κρεβάτι με ρόδες, σαν να βγήκαν από μια παλιά κωμική σειρά.

Universal Studios

Ακριβώς έτσι το είδε και ο Steven Spielberg, που ήθελε να τους κάνει τηλεοπτική σειρά. Η ιδέα ήταν κάτι σαν τους Monkees, την μπάντα των 60s που φτιάχτηκε για την αμερικάνικη τηλεόραση, όπου τα μέλη ζούσαν όλα μαζί σε ένα σπίτι. «Ήταν βασικά εξαιτίας της επιτυχίας του “Alright” εκείνο το καλοκαίρι, και των βίντεό μας», εξήγησε αργότερα ο Gaz ("It was basically due to the success of Alright through that summer and our videos and how inspired they were.").

Πέταξαν ως την Αμερική και τον συνάντησαν στο γραφείο του στα Universal Studios. «Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ χαλαρή. Ήταν καλός τύπος, σαν κάποιος θείος σου» ("it was really chilled. He was a nice bloke - like one of your uncles."), είπε ο Gaz το 1999. Μίλησαν για τις μουσικές τους επιρροές και για παλιά επεισόδια του Twilight Zone. Όταν όμως βγήκαν από εκεί, η απάντηση ήταν όχι. «Στο κάτω κάτω δεν είμαστε ηθοποιοί, και δεν θέλαμε να γίνουμε γνωστοί ως η μπάντα του Steven Spielberg» ("at the end of the day we're not actors, and we didn't want to become known as Steven Spielberg's band.").

Πολλά χρόνια αργότερα, ο Gaz το εξήγησε και πιο απλά: αν είχαν πει ναι, δεν θα είχαν φτιάξει τον επόμενο δίσκο τους. «Τελικά ήταν μια εύκολη απόφαση» ("It was an easy decision in the end.").

Σε ελάσσονα κλίμακα

Ο επόμενος δίσκος ήταν το In It for the Money, το 1997. Ο ήχος του κοίταζε περισσότερο προς τα 70s, και ο Gaz το απέδωσε στο ότι είχαν μεγαλώσει και είχαν γυρίσει την Αμερική σε περιοδείες. Έφτασε κι αυτός στο Νο.2. Ήταν μια μπάντα που ήθελε να ακουστεί αλλιώς από τα τρία πιτσιρίκια με τα ποδήλατα.

Το «Alright» όμως είχε κολλήσει πάνω τους. Το 1999, σε μια συνέντευξη, ο Gaz είπε ότι δεν το έπαιζαν πια στις συναυλίες, και πρόσθεσε ότι αν το ξανάπαιζαν, θα έπρεπε να είναι σε ελάσσονα κλίμακα και σε παρελθόντα χρόνο ("We should play it in a minor key, and in the past tense."). Η ελάσσονα κλίμακα είναι αυτή που κάνει ένα τραγούδι να ακούγεται λυπημένο.

Οι Supergrass συνέχισαν να βγάζουν δίσκους για άλλα δέκα χρόνια. Τον Απρίλιο του 2010 ανακοίνωσαν ότι σταματούν, με μια σύντομη δήλωση: «Ακόμα αγαπιόμαστε, αλλά, όσο κι αν ακούγεται κλισέ, οι μουσικές διαφορές μάς οδήγησαν να προχωρήσουμε» ("We still love each other but, cliché notwithstanding, musical differences have led to us moving on.").

Τριάντα χρόνια

Το 2019 ξαναβρέθηκαν, και μαζί τους ήταν ο μεγάλος αδερφός του Gaz, ο Rob, που είχε μπει στην μπάντα στα πλήκτρα στις αρχές των 00s. «Υπήρχε μια ασέβεια και μια χαρά στην μπάντα μας, και καμία προσποίηση σοβαρότητας. Είχαμε όμως και τα τραγούδια για να το στηρίξουμε» ("There was an irreverence and a joy to our band, and a lack of earnest pretence – but we had the tunes to back it up too"), είπε τότε ο Gaz.

Τον Μάιο του 2025, τριάντα χρόνια μετά το I Should Coco, έπαιξαν για πρώτη φορά ολόκληρο τον δίσκο ζωντανά, από την αρχή ως το τέλος. Βγήκαν σε περιοδεία στη Βρετανία, στην Ευρώπη, στην Αυστραλία και στην Αμερική. Και τον Απρίλιο του 2027 ξεκινούν ξανά.

Μέσα στον δίσκο, στη θέση του, ήταν και το «Alright». Όχι σε ελάσσονα, όχι σε παρελθόντα χρόνο. Όπως γράφτηκε, σε ένα σπίτι χωρίς θέρμανση, από τρεις φίλους που θυμόντουσαν πώς ήταν να είσαι δεκατριών.