«Τι εννοείς;»

Κάποια στιγμή, στα πρώτα χρόνια της μπάντας τους, ένα αγόρι από ένα χωριό έξω από το Μπέρμιγχαμ είπε στον φίλο του, τον κιθαρίστα, ότι είχε σχέδιο: η μπάντα θα υπήρχε για δέκα χρόνια ακριβώς, και μετά θα σταματούσε. «Τι είναι αυτά που λες;» του απάντησε ο φίλος.

«Από πάντα ήθελα η μπάντα να κρατήσει δέκα χρόνια, όχι παραπάνω», το διηγήθηκε πολύ αργότερα ο ίδιος. «Θυμάμαι που το είπα κάποτε στον Maurice κι εκείνος μου απάντησε “τι είναι αυτά που λες;”. Αποφάσισα να μην το ξαναπώ σε κανέναν, αλλά στο μυαλό μου το σχέδιο ήταν πάντα να υπάρξουμε για μία δεκαετία» ("I'd always wanted to just do ten years. I remember telling Maurice once and he just said, 'what are you talking about?' I decided to keep quiet about it after that, but always in my mind, the plan was to exist for a decade.").

Το αγόρι λεγόταν Lawrence, και έτσι, μόνο με το μικρό του όνομα, θα το γνώριζαν όλοι. Η μπάντα λεγόταν Felt. Και το σχέδιο, όπως έγινε γνωστό όταν τελείωσαν, είχε τρεις αριθμούς: δέκα albums, δέκα singles, δέκα χρόνια.

Water Orton

Το χωριό λεγόταν Water Orton, λίγο έξω από το Μπέρμιγχαμ, και οι Felt ξεκίνησαν εκεί το 1979. Εκεί έμενε και ο Maurice Deebank, έναν χρόνο μικρότερος από τον Lawrence στο σχολείο, που είχε κάνει μαθήματα κλασικής κιθάρας. «Ήταν σίγουρα ο καλύτερος από τους δυο μας», παραδεχόταν ο Lawrence ("definitely the better player"), και το ότι έμεναν στο ίδιο χωριό το έλεγε «από τις μεγαλύτερες τύχες της ζωής μου» ("one of the luckiest breaks I've ever had").

Το πρώτο single, το «Index», βγήκε το 1979. Ήταν ουσιαστικά ο Lawrence μόνος του, ηχογραφημένος σε ένα φορητό κασετόφωνο, σε μια έκδοση που έκανε ο ίδιος. Το όνομα Felt το βρήκε σε ένα τραγούδι των Television, μιας μπάντας από τη Νέα Υόρκη, το «Venus»: στον τρόπο που ο τραγουδιστής τους, ο Tom Verlaine, τονίζει αυτή τη λέξη.

Μια συγκεκριμένη πένα

Από την αρχή ο Lawrence ήξερε τι ήθελε να είναι οι Felt. «Ήθελα να είναι η καλύτερη underground μπάντα που είχε βγάλει ποτέ η Αγγλία. Μια μπάντα που θα έμπαινε στα charts και ταυτόχρονα θα έμενε έξω από το σύστημα» ("I wanted Felt to be the best-ever underground band in England" … "A band that would break into the charts as well as be countercultural.").

Ήθελε έναν ήχο απαλό, σχεδόν ονειρικό, μακριά από τις φουσκωμένες κιθάρες των 80s: «Προσπαθούσαμε να κάνουμε ένα καινούργιο είδος rock, καθόλου μάγκικο και πολύ σαν όνειρο» ("We were trying to do a new kind of rock that was anti-macho and very dream-like"). Και ήθελε όλα να είναι ακριβώς όπως τα είχε στο μυαλό του. «Η τέλεια λέξη για να περιγράψει τους Felt ήταν “σφιγμένοι”. Έπρεπε να έχεις μια συγκεκριμένη πένα για να παίξεις στην μπάντα, τόσο λεπτομερές ήταν» ("The perfect word to describe Felt to me was 'uptight'. You had to have a certain plectrum to play in the band, that's how detailed it was.").

Ακόμα και στους τίτλους των δίσκων υπήρχε κανόνας. Όπως αποκάλυψε ο ίδιος, και στους δέκα υπάρχει η λέξη «the», και κανείς δεν το είχε προσέξει.

Ένα παιδί στα πλήκτρα

Τα πρώτα albums βγήκαν από την Cherry Red, μια μικρή ανεξάρτητη δισκογραφική του Λονδίνου. Οι Felt είχαν φανατικούς ακροατές, αλλά στα κανονικά charts δεν έμπαιναν. Τα μέλη άλλαζαν γύρω από τον Lawrence, που ήταν ο μόνος σταθερός, μαζί με τον ντράμερ Gary Ainge.

Το 1985 μπήκε στην μπάντα ένα παιδί που μόλις είχε τελειώσει το σχολείο, ο Martin Duffy, που έπαιζε πλήκτρα. Ο δίσκος εκείνης της χρονιάς, το Ignite the Seven Cannons, είναι ο μόνος όπου παίζουν μαζί ο Duffy και ο Maurice. Αμέσως μετά ο Maurice έφυγε. Για τη σχέση τους ο Lawrence είπε κάποτε κάτι που λίγοι αρχηγοί μπάντας θα παραδέχονταν: «Ήμουν ερωτευμένος μαζί του. Δεν τον μισούσα. Ήταν εντελώς το αντίθετο. Αλλά ήταν εκνευριστικό» ("I was in love with him. I didn't hate him. It was completely the opposite. But it was frustrating.").

Σε εκείνον τον δίσκο υπήρχε και το τραγούδι που έφτασε πιο κοντά στο όνειρο του Lawrence.

Primitive Painters

Το «Primitive Painters» βγήκε τον Αύγουστο του 1985. Είναι γεμάτο κιθάρες που λάμπουν, με τα πλήκτρα του Duffy από κάτω, και η φωνή του Lawrence μπαίνει χαμηλή, σχεδόν σαν να μιλάει. Στο ρεφρέν όμως ανεβαίνει από πίσω της μια δεύτερη φωνή, ψηλή και φωτεινή, που σηκώνει όλο το τραγούδι. Είναι η Elizabeth Fraser, η τραγουδίστρια των Cocteau Twins, μιας σκωτσέζικης μπάντας γνωστής για τον αιθέριο ήχο της. Την παραγωγή την έκανε ο κιθαρίστας των Cocteau Twins, ο Robin Guthrie.

Το τραγούδι έφτασε στο Νο.1 του indie chart, της λίστας με τους δίσκους από ανεξάρτητες δισκογραφικές. Στο κανονικό βρετανικό chart δεν μπήκε ποτέ. Ο Lawrence είναι σίγουρος ότι αυτό είχε να κάνει με την εποχή. «Αν είχαμε ξεκινήσει το 1990 αντί για το 1980, θα βγαίναμε στην τηλεόραση και θα ήμασταν στα charts», έχει πει ("I think if we'd started in 1990 rather than 1980 then we would have been on the TV and in the charts."). «Είμαι πεπεισμένος ότι το “Primitive Painters” θα ήταν στο Top 10 και θα είχαμε γίνει μεγάλη μπάντα, αλλά, ξέρεις, όλα είναι θέμα στιγμής» ("I'm convinced that 'Primitive Painters' would have been a top 10 single and we would have been a big band, but you know, timing is everything.").

Ούτε ο τελικός ήχος του δίσκου τον ικανοποίησε ποτέ εντελώς, όπως έχει πει, και όταν οι δίσκοι του επανεκδόθηκαν το 2018, ξανάφτιαξε τις φωνές.

Creation

Το 1986 οι Felt πήγαν στην Creation, τη δισκογραφική του Alan McGee, που αργότερα θα έβγαζε τους Oasis. Εκεί έφτιαξαν το Forever Breathes the Lonely Word, χτισμένο γύρω από τα πλήκτρα του Duffy. Το NME τον χαρακτήρισε, πολλά χρόνια μετά, «τον πρώτο πραγματικά κλασικό δίσκο της Creation» ("the first truly classic Creation album").

Οι δίσκοι συνέχισαν να βγαίνουν, ένας τον χρόνο, κάποιες χρονιές και δύο. Κάποιοι ήταν μικροί, κάποιοι σχεδόν μόνο ορχηστρικοί, αλλά το μέτρημα συνέχιζε, και η δεκαετία πλησίαζε στο τέλος της.

1989

Ο δέκατος δίσκος, το Me and a Monkey on the Moon, βγήκε τον Νοέμβριο του 1989. Μία από τις τελευταίες τους συναυλίες ήταν στο Παρίσι, σε μια βραδιά όπου άνοιγαν οι La's και έκλειναν οι Stone Roses. Σύμφωνα με όσα έχει διηγηθεί ο Lawrence, εκείνο το βράδυ κατάλαβε ότι οι καινούργιες μπάντες ήταν πολύ καλές, και ότι το να σταματήσουν τώρα ήταν τύχη.

Δέκα albums, δέκα singles, δέκα χρόνια. Μόνο τότε είπε δημόσια ότι αυτό ήταν το σχέδιο από την αρχή. «Ήξερα ότι το τέλος των Felt ήταν μόνο η αρχή», είπε αργότερα. «Μερικές φορές, για να χτίσεις έναν μύθο, πρέπει να εξαφανιστείς» ("But I knew the end of Felt was just the beginning. Sometimes to build a myth, you have to disappear.").

Μετά τα δέκα

Ο Lawrence δεν εξαφανίστηκε για πολύ. Στα 90s έφτιαξε τους Denim, μετά τους Go-Kart Mozart, και σήμερα τους Mozart Estate, που τον Οκτώβριο του 2025 έβγαλαν μια καινούργια εκδοχή ενός παλιού του δίσκου, με παραγωγό τον John Rivers, τον ίδιο που είχε δουλέψει με τους Felt στα 80s. Πέρασε και πολύ δύσκολα χρόνια, και η ζωή του έγινε το 2011 ντοκιμαντέρ, το Lawrence of Belgravia. Το 2024 κυκλοφόρησε κι ένα βιβλίο για εκείνον, το Street Level Superstar. Οι Felt δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ.

Ο Martin Duffy έγινε μέλος των Primal Scream και έπαιξε μαζί τους για περίπου τριάντα χρόνια. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 2022, στα 55 του.

Τα τραγούδια των Felt βρήκαν τον δρόμο τους χωρίς charts. Τα άκουσαν, ανάμεσα σε πολλούς, οι Belle and Sebastian. Το 2023 το «Primitive Painters» ξαναβγήκε σε βινύλιο, με ένα επίσημο βίντεο φτιαγμένο από παλιά πλάνα, σχεδόν σαράντα χρόνια αφότου γράφτηκε.

«Το μόνο που δεν συνέβη με τους Felt ήταν η επιτυχία» ("The only thing that didn't happen with Felt was success"), λέει ο Lawrence. Όλα τα άλλα έγιναν ακριβώς όπως τα είχε πει κάποτε σε έναν φίλο του, σε ένα χωριό έξω από το Μπέρμιγχαμ, που τον είχε ρωτήσει τι εννοεί.

ΑΚΟΥ ΤΟ: SPOTIFY YOUTUBE MUSIC